Όλο και κάποιες ματιές εκτοξεύθηκαν προς το μέρος της Εγκουέν όταν η τελευταία πήρε θέση μπροστά-μπροστά, αλλά όχι πολλές. Κανείς δεν φαινόταν ξαφνιασμένος. Υποθέτω πως όλοι τους έχουν ακουστά αυτό το κορίτσι, την Άμερλιν, σκέφτηκε ψυχρά. Τέλος πάντων, κατά το παρελθόν είχαν υπάρξει και νεότερες βασίλισσες, όπως η βασίλισσα του Άντορ και του Μουράντυ. Ένευσε ήρεμα κι η Σέριαμ έδειξε προς τη σειρά των καθισμάτων. Άσχετα από το ποιος είχε φθάσει πρώτος ή ποιος παρείχε το κιόσκι, δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία για το ποιος είχε κανονίσει να γίνει αυτή η συνάντηση. Για το ποιος είχε την αρχηγία.
Η ενέργειά της, φυσικά, δεν ήταν και τόσο καλοδεχούμενη. Ακολούθησε μια στιγμή διστακτικής σιωπής, ενώ οι ευγενείς αναζητούσαν τρόπους να επανακτήσουν τη δεσποτική τους θέση, καθώς και μερικούς μορφασμούς, μόλις συνειδητοποιούσαν πως κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει. Οκτώ εξ αυτών —τέσσερις άντρες και τέσσερις γυναίκες— κάθισαν συνοφρυωμένοι, τακτοποιώντας με νευρικές κινήσεις τους μανδύες και τις φούστες τους αντίστοιχα. Όσοι ήταν κατώτεροι στην ιεραρχία κάθισαν πίσω από τα καθίσματα, ενώ ήταν ολοφάνερο πως οι σχέσεις στοργής ανάμεσα στους Αντορινούς και στους Μουραντιανούς άγγιζαν το μηδέν. Εξάλλου, οι Μουραντιανοί —τόσο οι άντρες, όσο κι οι γυναίκες— μουρμούριζαν και σκουντούσαν ο ένας τον άλλον για να πάρουν τα πρωτεία με την ίδια μανία, όπως κι οι «σύμμαχοι» τους από τον Βορρά. Οι Άες Σεντάι δέχτηκαν κάμποσα σκοτεινά βλέμματα, ενώ μερικοί ανάμεσα στο πλήθος στραβοκοίταζαν τον Μπράυν, ο οποίος στεκόταν παράμερα σε μια πλευρά με την περικεφαλαία του υπό μάλης. Ήταν αρκετά γνωστός και στις δύο πλευρές των συνόρων και τον εκτιμούσαν ακόμα κι όσοι θα ήθελαν να τον δουν νεκρό. Έτσι, τουλάχιστον, είχαν τα πράγματα προτού εμφανιστεί ως αρχηγός του στρατού των Άες Σεντάι. Αγνόησε τα δριμύτατα αγριοκοιτάγματά τους, κατά τον ίδιο τρόπο που είχε αγνοήσει τα καυστικά λόγια των Καθημένων.
Υπήρχε άλλο ένα άτομο που δεν πήγε με το μέρος κανενός. Ένας χλωμός άντρας, ελάχιστα ψηλότερος από την Εγκουέν, με σκούρο πανωφόρι και πανοπλία. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήταν ξυρισμένο, ενώ ένα μεγάλο πορφυρό φουλάρι ήταν δεμένο γύρω από το αριστερό του μπράτσο. Ο μανδύας του, σε βαθύ γκρίζο χρώμα, είχε μπροστά-μπροστά υφασμένο ένα μεγάλο κόκκινο χέρι. Ο Ταλμέηνς στεκόταν απέναντι από τον Μπράυν, γερμένος αδιάφορα και γεμάτος αλαζονεία πάνω σε έναν από τους στύλους του κουβουκλίου, παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα δίχως να αποκαλύπτει ούτε ίχνος από τις σκέψεις του. Η Εγκουέν ευχήθηκε να ήξερε τι έκανε εκεί, να ήξερε τι είχε πει ο άντρας πριν από την άφιξή της. Όπως και να είχε, έπρεπε να του μιλήσει, με την προϋπόθεση πως δεν θα κρυφάκουγαν εκατό αυτιά τριγύρω.
Ένας λιπόσαρκος και ταλαιπωρημένος άντρας με κόκκινο μανδύα, που καθόταν στο μέσον της σειράς των καθισμάτων, έγειρε μπροστά κι άνοιξε το στόμα του, αλλά η Σέριαμ τον πρόλαβε με την καθάρια κι εντυπωσιακή της φωνή.
«Μητέρα, να σου παρουσιάσω τους απεσταλμένους του Άντορ. Την Αραθέλε Ρένσαρ, Υψηλή Έδρα του Οίκου Ρένσαρ. Τον Πέλιβαρ Κήλαν, Υψηλή Έδρα του Οίκου Κήλαν. Την Ήμλυν Σάραντ, Υψηλή Έδρα του Οίκου Σάραντ, καθώς και τον σύζυγο της, Κούλχαν Σάραντ». Επιβεβαίωσαν κάπως δύστροπα τα ονόματά τους, νεύοντας απλώς. Ο Πέλιβαρ ήταν ο ισχνός άντρας που τα μαύρα του μαλλιά είχαν αρχίσει να αραιώνουν από το μέτωπο και πάνω. Η Σέριαμ συνέχισε χωρίς να πάρει ανάσα. Πάλι καλά που ο Μπράυν είχε παραδώσει τα ονόματα όσων είχαν επιλεγεί ως ομιλητές. «Να σου παρουσιάσω τώρα τους απεσταλμένους του Μουράντυ. Ο Ντόνελ ντο Μόρνυ α’Λορντέιν. Η Τσιάν ντο Μέχον α’Μακάνσα. Ο Παιτρ ντο Φεάρνα α’Κον. Η Σεγκάν ντο Άβχαριν α’Ρούς». Η έλλειψη τίτλων φαίνεται πως επηρέαζε περισσότερο τους Μουραντιανούς παρά τους Αντορινούς. Ο Ντόνελ, που φορούσε περισσότερες δαντέλες κι από γυναίκα, έστριψε με μανία τα τσιγκελωτά του μουστάκια, ενώ ο Παιτρ έμοιαζε σαν να πασχίζει να χαλαρώσει. Η Σεγκάν σούφρωσε τα σαρκώδη της χείλια και τα σκούρα της μάτια φλογίστηκαν, ενώ η Τσιάν, μια κοντόχοντρη και γκριζομάλλα γυναίκα, ρουθούνισε μάλλον ηχηρά. Η Σέριαμ δεν έδωσε σημασία. «Τελείτε υπό την εποπτεία του Φύλακα των Σφραγίδων. Βρίσκεστε ενώπιον της Φλόγας της Ταρ Βάλον. Μπορείτε να υποβάλετε τις ικεσίες σας στην Έδρα της Άμερλιν».