Выбрать главу

Οι Μουραντιανοί κοιτούσαν τριγύρω ανήσυχα κι έμοιαζαν χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα. Από τη μία, ήταν το θέμα του κέρδους, και μάλιστα σημαντικού με δεδομένο το μέγεθος του στρατού, αλλά από την άλλη πώς να διαπραγματευτείς επιτυχώς με αυτά που σου πρόσφερε ένας τόσο μεγάλος στρατός; Ο Ντόνελ έμοιαζε έτοιμος να βγάλει τα σωθικά του, ενώ η Τσιάν έκανε υπολογισμούς στο μυαλό της. Μουρμουρητά υψώθηκαν πάνω από τους παρευρισκομένους. Κάτι περισσότερο από μουρμουρητά· αρκετά έντονα, έτσι ώστε να τα ακούει η Εγκουέν.

Πολύ θα ήθελε να ρίξει μια ματιά πάνω από τον ώμο της. Η σιωπή εκ μέρους των Καθήμενων ήταν εκκωφαντική. Η Σιουάν ατένιζε μπροστά αδράχνοντας τη φούστα της, λες κι ήθελε με το ζόρι να κοιτάει ευθεία. Αυτή, τουλάχιστον, γνώριζε τι επρόκειτο να συμβεί. Η Σέριαμ, που δεν είχε ιδέα, κοιτούσε γαλήνια κι ηγεμονικά τόσο τους Αντορινούς όσο και τους Μουραντιανούς, σαν να περίμενε την κάθε λέξη που είχε ξεστομίσει η Εγκουέν.

Η Εγκουέν έπρεπε να τους κάνει να ξεχάσουν το κοριτσάκι που είχαν μπροστά τους και να ακούσουν μια γυναίκα που κρατούσε στα χέρια της τα ηνία της εξουσίας και της ισχύος. Κι αν αυτά τα χέρια δεν κρατούσαν ακόμα εκείνες, σύντομα θα γινόταν κι αυτό! Η φωνή της έγινε ακόμα πιο σθεναρή. «Σημειώστε τα λόγια μου. Έχω λάβει την απόφασή μου· στο χέρι σας είναι να την αποδεχθείτε ή να έρθετε αντιμέτωποι με την απόρροια της αποτυχίας σας». Με το που σιώπησε, οι ριπές του ανέμου ούρλιαξαν για λίγα λεπτά, ταρακουνώντας το κιόσκι και κάνοντας τις φούστες να παραδέρνουν. Η Εγκουέν ίσιωσε με ήρεμες κινήσεις τα μαλλιά της. Κάποιοι από τους ευγενείς αναρίγησαν και τράβηξαν τους μανδύες πάνω στα κορμιά τους. Ήλπιζε πως η ανατριχίλα τους δεν οφειλόταν μονάχα στον καιρό.

Η Αραθέλε αντάλλαξε ματιές με τον Πέλιβαρ και την Ήμλυν, κι οι τρεις τους περιεργάστηκαν τις Καθήμενες πριν νεύσουν αργά. Θαρρούσαν πως η γυναίκα ξεστόμιζε λέξεις που είχαν βάλει στο στόμα της οι Καθήμενες! Η Εγκουέν, πάντως, ξεφύσησε ανακουφισμένη.

«Θα γίνει όπως είπες», αποκρίθηκε η αριστοκράτισσα με την παγερή ματιά και στράφηκε ξανά προς το μέρος των Καθήμενων. «Ουδόλως αμφισβητούμε τα λεγόμενα των Άες Σεντάι, φυσικά, αλλά ελπίζω πως θα μας καταλάβετε αν παραμείνουμε κι εμείς. Μερικές φορές, αυτό που ακούς δεν έχει σχέση με αυτό που νόμισες πως άκουσες. Όχι, βέβαια, πως συμβαίνει κάτι τέτοιο εδώ. Αλλά θα μείνουμε κι εμείς όσο κι εσείς». Ο Ντόνελ όντως έμοιαζε έτοιμος να αδειάσει το περιεχόμενο του στομαχιού του. Το πιθανότερο ήταν πως η γη του βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Ο Αντορινός στρατός στο Μουράντυ δεν συνήθιζε να πληρώνει για κάτι.

Η Εγκουέν ορθώθηκε κι άκουσε πίσω της το θρόισμα από τη μεριά των Καθημένων να δυναμώνει. «Σύμφωνοι, λοιπόν. Πρέπει όλοι να αναχωρήσουμε σύντομα, αν θέλουμε να γυρίσουμε στα κρεβάτια μας πριν σκοτεινιάσει, αλλά μπορούμε να περιμένουμε λίγη ώρα ακόμα. Αν γνωριστούμε καλύτερα, ίσως αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις αργότερα». Άσε που η κουβέντα μπορεί να της έδινε την ευκαιρία να μιλήσει στον Ταλμέηνς. «Α, και κάτι άλλο που πρέπει να έχετε υπ’ όψιν. Το βιβλίο των μαθητευομένων είναι πλέον ανοικτό για κάθε γυναίκα, ασχέτως ηλικίας, αν έχει περάσει τη δοκιμασία». Η Αραθέλε βλεφάρισε, ενώ η Εγκουέν νόμισε πως άκουσε κάτι σαν αμυδρό γρύλισμα από τη μεριά της Σιουάν. Όλα αυτά δεν αποτελούσαν μέρος όσων είχαν συζητήσει, αλλά ποτέ δεν θα έβρισκε καταλληλότερη στιγμή. «Ελάτε. Είμαι σίγουρη πως θα θέλετε να μιλήσετε με τις Καθήμενες. Ας αφήσουμε κατά μέρος τις τυπικότητες».

Δίχως να περιμένει τη Σέριαμ να της απλώσει το χέρι, κατέβηκε. Ήταν σχεδόν έτοιμη να ξεσπάσει σε γέλια. Μόλις το περασμένο βράδυ, φοβόταν μήπως δεν πετύχαινε τους στόχους της, αλλά είχε ήδη διανύσει το μισό της διαδρομής για την επίτευξή τους, και δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φοβόταν. Φυσικά, παρέμενε το υπόλοιπο μισό.

18

Ένα Παράξενο Κάλεσμα

Για ένα λεπτό αφότου κατέβηκε η Εγκουέν, κανείς δεν κουνήθηκε. Κατόπιν, οι Αντορινοί κι οι Μουραντιανοί κίνησαν μαζικά προς τη μεριά των Καθήμενων. Ήταν προφανές πως, αν η Άμερλιν ήταν ένα απλό κορίτσι —και, μάλιστα, καθοδηγούμενη μαριονέτα!— δεν θα είχε το παραμικρό ενδιαφέρον, όχι τουλάχιστον όταν γύρω τους υπήρχαν αγέραστα πρόσωπα που, αν μη τι άλλο, ισχυρίζονταν πως πράγματι μιλούσαν με Άες Σεντάι. Δυο τρεις άρχοντες κι αρχόντισσες μαζεύτηκαν γύρω από κάθε Καθήμενη, άλλοι τεντώνοντας το κεφάλι τους απαιτητικά κι άλλοι με σκυμμένους τους αυχένες, επιμένοντας ωστόσο να ακουστούν ο καθένας ξεχωριστά. Η αψιά αύρα παρέσερνε την ομίχλη που σχημάτιζαν οι ανάσες τους, ενώ οι μανδύες τους ανέμιζαν ξεχασμένοι από τη σπουδαιότητα των ερωτήσεων τους. Η Σέριαμ στριμώχτηκε από τον κοκκινομούρη Άρχοντα Ντόνελ, ο οποίος πότε βροντοφώναζε απειλητικά και πότε έκανε υποκλίσεις.