Η Εγκουέν τράβηξε τη Σέριαμ μακριά από τον άντρα με τα σχιστά μάτια. «Βρες με διακριτικό τρόπο ό,τι είναι δυνατόν σχετικά με αυτές τις αδελφές και τους Φρουρούς του Πύργου στο Άντορ», της ψιθύρισε βιαστικά. Μόλις η Εγκουέν ελευθέρωσε τη γυναίκα, ο Ντόνελ διεκδίκησε εκ νέου την προσοχή της. Η Σέριαμ έδειχνε καταπιεσμένη, αλλά το συνοφρύωμά της χάθηκε γρήγορα. Ο Ντόνελ ανοιγόκλεισε ανήσυχα τα μάτια του καθώς η γυναίκα άρχισε να τον ανακρίνει.
Η Ρομάντα κι η Λελαίν κοιτούσαν την Εγκουέν ανάμεσα από το πλήθος με πρόσωπα σκαλισμένα στον πάγο, με την καθεμία να έχει μαζέψει γύρω της ένα ζευγάρι ευγενών που... όλο και κάτι ζητούσαν. Πιθανόν μια διαβεβαίωση πως τα λόγια της Εγκουέν δεν έκρυβαν κάποιο κόλπο. Πόσο μισούσαν όλες αυτές τις υπεκφυγές... Ωστόσο, δεν υπήρχε τρόπος να αποφύγουν αυτήν τη διαβεβαίωση χωρίς να την απαρνηθούν την ίδια στιγμή. Ακόμα κι αυτές οι δύο δεν θα εξωθούσαν τα πράγματα. Όχι εδώ, όχι δημοσίως.
Η Σιουάν γλίστρησε κοντά στην Εγκουέν, με τα χαρακτηριστικά της συντονισμένα σε μια έκφραση πραότητας. Το βλέμμα της όμως εξακοντιζόταν προς κάθε μεριά, αναζητώντας τη Ρομάντα και τη Λελαίν, φοβούμενη πως θα έρχονταν να τις τσακώσουν επί τόπου, μη δίνοντας σημασία στους νόμους, στα έθιμα, στην ευπρέπεια, καθώς και σε όλους όσοι θα τις παρακολουθούσαν. «Σέιν Τσούνλα», σφύριξε ψιθυριστά.
Η Εγκουέν ένευσε, αν και το δικό της βλέμμα πάσχιζε να διακρίνει τον Ταλμέηνς. Οι περισσότεροι άντρες —αλλά και μερικές γυναίκες— ήταν αρκετά ψηλοί για να τον κρύβουν, και με όλο αυτό το πήγαινε έλα... Υψώθηκε στις μύτες των ποδιών της. Μα πού είχε πάει;
Η Σεγκάν μπήκε μπροστά της, με τις γροθιές ακουμπισμένες πάνω στους γοφούς της, κοιτώντας τη Σιουάν γεμάτη αμφιβολία. Η Εγκουέν έπαψε να τεντώνεται στις μύτες των ποδιών της. Μια Άμερλιν δεν μπορεί να περιφέρεται τριγύρω σαν κοπελίτσα στον χορό που ψάχνει το αγόρι της. Ένα μπουμπούκι που ανθίζει. Ηρεμία. Γαλήνη. Που να τους πάρει και να τους σηκώσει όλους τους άντρες!
Λεπτόκορμη και με μακριά μαύρα μαλλιά, η Σεγκάν φαίνεται πως ήταν οξύθυμη από γεννησιμιού της, ενώ το σαρκώδες στόμα της ήταν μονίμως σουφρωμένο. Το φόρεμά της ήταν από γαλάζιο μάλλινο καλής ποιότητας, φτιαγμένο αποκλειστικά για να προσφέρει ζεστασιά, έχοντας ένα κέντημα σε ζωηρό πράσινο χρώμα κατά μήκος του στήθους, ενώ τα γάντια της ήταν τόσο γυαλιστερά που θύμιζαν γάντια Μάστορα. Περιεργάστηκε την Εγκουέν από την κορυφή έως τα νύχια, ζαρώνοντας τα χείλη της, και με την ίδια δυσπιστία χαραγμένη στα χαρακτηριστικά της όπως όταν πρωτοείδε τη Σιουάν. «Τι ήταν αυτό που ανέφερες σχετικά με το βιβλίο των μαθητευομένων;» της είπε άξαφνα. «Εννοείς πως μπορεί να το δει κάθε γυναίκα, ανεξαρτήτως ηλικίας; Άρα, μπορεί οποιαδήποτε να γίνει μία Άες Σεντάι;»
Να μια ερώτηση που άγγιζε την καρδιά της Εγκουέν, και πολύ θα ήθελε να δώσει μια απάντηση —μαζί με ένα χαστούκι για την αμφιβολία— αλλά εκείνη τη στιγμή ένα μικρό άνοιγμα στη συνεχόμενη ροή του όχλου αποκάλυψε τον Ταλμέηνς κοντά στο πίσω μέρος του κιοσκιού. Συζητούσε με τον Πέλιβαρ! Στέκονταν άκαμπτοι σαν μεγαλόσωμα σκυλιά που λίγο ακόμα και θα έδειχναν το ένα στο άλλο τα δόντια του, κι ωστόσο έριχναν ματιές τριγύρω για να σιγουρευτούν πως δεν θα πλησιάσει κανείς τόσο πολύ για να κρυφακούσει όσα έλεγαν. «Κάθε γυναίκα, ανεξαρτήτως ηλικίας, κόρη», συμφώνησε αφηρημένα η Εγκουέν. Ο Πέλιβαρ;
«Σ’ ευχαριστώ», απάντησε η Σεγκάν και πρόσθεσε βιαστικά, «Μητέρα». Έκανε μια υποψία υπόκλισης κι απομακρύνθηκε. Η Εγκουέν απόμεινε να την κοιτάει. Τέλος πάντων, κάθε αρχή και δύσκολη.
Η Σιουάν ρουθούνισε. «Δεν θα με πείραζε ακόμα κι αν κατέπλεα μέσα στο σκοτάδι από τα Δάχτυλα του Δράκοντα, αν είναι απαραίτητο», μουρμούρισε, ελαφρώς μέσα από τα δόντια της. «Τα ’παμε αυτά· σταθμίσαμε τους κινδύνους κι, όπως και να έχει, φαίνεται πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Αλλά έπρεπε να βάλεις λάδι στη φωτιά, έτσι για να αποκτήσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον το πράγμα. Δεν σου φτάνει που ψαρεύεις σκορπιούς, θες να γεμίσεις και μ’ άλλα αγκάθια τα φουστάνια σου. Δεν αρκείσαι στην προσπάθεια να περάσεις μέσα από ένα κοπάδι ξιφίες...»
Η Εγκουέν τη διέκοψε. «Σιουάν, θαρρώ πως πρέπει να πω στον Άρχοντα Μπράυν πως είσαι τρελά ερωτευμένη μαζί του. Δεν συμφωνείς πως είναι δίκαιο να το γνωρίζει κι εκείνος;» Τα γαλάζια μάτια της Σιουάν γούρλωσαν και τα χείλη της κινήθηκαν καθώς προσπαθούσε να απαντήσει, αλλά το μόνο που βγήκε ήταν κάτι περίεργοι λαρυγγισμοί. Η Εγκουέν τη χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Είσαι Άες Σεντάι, Σιουάν. Προσπάθησε να διατηρήσεις λίγη από την αξιοπρέπεια σου, τουλάχιστον. Και κοίτα να βρεις ό,τι μπορείς σχετικά με εκείνες τις αδελφές στο Άντορ». Το πλήθος αραίωσε ξανά. Τώρα, είδε τον Ταλμέηνς σε διαφορετικό σημείο, ακόμα όμως κοντά στην άκρη του κιοσκιού, μόνο του αυτή τη φορά.