Πασχίζοντας να μη φανεί βιαστική, περπάτησε προς το μέρος του, αφήνοντας πίσω τη Σιουάν που εξακολουθούσε να λαρυγγίζει. Ένας χαριτωμένος μαυρομάλλης υπηρέτης, τα ογκώδη και μάλλινα παντελόνια του οποίου δεν έκρυβαν τις καλοσχηματισμένες του κνήμες, προσέφερε στη Σιουάν μια ασημένια κούπα που άχνιζε. Τριγύρω πηγαινοέρχονταν κι άλλοι υπηρέτες, κουβαλώντας επίσης ασημένιους δίσκους. Κατόπιν, τους προσέφεραν δροσιστικά, αν και κάπως καθυστερημένα. Ήταν πολύ αργά πια για το φιλί της συμφιλίωσης. Ούτε καν άκουγε όσα έλεγε η Σιουάν καθώς άρπαζε στα χέρια της μια κούπα, αλλά από τον τρόπο που ο τύπος αναπήδησε κι άρχισε να υποκλίνεται, ήταν προφανές πως, αν μη τι άλλο, είχε δει την άσχημη πλευρά του χαρακτήρα της. Η Εγκουέν αναστέναξε.
Ο Ταλμέηνς στέκονταν με τα χέρια σταυρωμένα, παρατηρώντας τα δρώμενα με ένα χαμόγελο γεμάτο θυμηδία, που περιοριζόταν στις άκρες των χειλιών του. Φάνταζε έτοιμος να αναλάβει δράση, αλλά τα μάτια του ήταν κουρασμένα. Μόλις πλησίασε η Εγκουέν, έκλινε το γόνυ με σέβας αλλά, όταν μίλησε, υπήρχε μια πικρόχολη χροιά στη φωνή του. «Σήμερα, άλλαξες τα σύνορα». Μάζεψε τον μανδύα πάνω στο κορμί του για να προστατευθεί από την τσουχτερή αύρα. «Ανέκαθεν ήταν... ρευστά... ανάμεσα στο Άντορ και στο Μουράντυ, άσχετα με το τι παρουσιάζουν οι χάρτες, αλλά το Άντορ ποτέ δεν έστειλε τόσο στρατό νότια, με μόνη εξαίρεση τον Πόλεμο των Αελιτών και τον Πόλεμο των Λευκομανδιτών, αλλά τότε απλώς ήταν περαστικός. Αν έμεναν έστω κι ένα μήνα, οι καινούργιοι χάρτες θα ήταν διαφορετικοί. Κοίτα τους Μουραντιανούς, πόσο μπερδεύονται στα πόδια μας, πόσο κολακεύουν τον Πέλιβαρ και τους συντρόφους του, ακόμα και τις αδελφές. Ελπίζουν να αποκτήσουν καινούργιους φίλους για το μέλλον».
Η Εγκουέν, η οποία πάσχιζε να κρατήσει κρυφό το γεγονός ότι παρακολουθούσε όσους μπορεί να παρακολουθούσαν την ίδια, είχε την εντύπωση πως όλοι οι ευγενείς, τόσο οι Μουραντιανοί όσο κι οι Αντορινοί, είχαν στρέψει την προσοχή τους στις Καθήμενες κι είχαν μαζευτεί γύρω τους. Όπως και να είχε, το μυαλό της ήταν απασχολημένο με κάπως σπουδαιότερα πράγματα από τη χάραξη των συνόρων. Σπουδαιότερα για εκείνη δηλαδή, αν όχι για τους ευγενείς. Εκτός από ελάχιστες φορές, καμιά Καθήμενη δεν έγινε ορατή πάνω από τις κορυφές των κεφαλιών τους. Μόνο η Χάλιμα κι η Σιουάν έμοιαζαν να την προσέχουν, ενώ ακατάσχετες κι άναρθρες φλυαρίες, λες και περνούσε ένα κοπάδι αγριεμένες χήνες, γέμισαν τον αέρα. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της κι επέλεξε προσεκτικά τα λόγια της.
«Οι φίλοι πάντα είναι σημαντικοί, Ταλμέηνς. Υπήρξες καλός φίλος για τον Ματ, αλλά και για μένα, θαρρώ. Ελπίζω αυτό να μην έχει αλλάξει. Ελπίζω να μην είπες σε κανέναν πράγματα που δεν θα έπρεπε». Μα το Φως, όντως ήταν ανήσυχη, αλλιώς δεν θα μιλούσε τόσο σταράτα. Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να τον ρωτήσει τι συζητούσαν με τον Πέλιβαρ!
Ευτυχώς, εκείνος δεν γέλασε με τον ευθύ τρόπο που του μίλησε, θεωρώντας τη χωριάτισσα, αν και τίποτα δεν απέκλειε να σκέφτηκε κάτι τέτοιο. Την περιεργάστηκε σοβαρά πριν της απαντήσει. Με μαλακή φωνή. Ήξερε κι αυτός πότε έπρεπε να είναι προσεκτικός. «Δεν είναι όλοι οι άντρες κουτσομπόληδες. Για πες μου, όταν έστειλες τον Ματ στον Νότο, ήξερες αυτό που θα έκανες εδώ σήμερα;»
«Πώς θα μπορούσα να το ξέρω δύο μήνες πριν; Όχι, οι Άες Σεντάι δεν είναι παντογνώστριες, Ταλμέηνς». Ήλπιζε να συμβεί κάτι που να την τοποθετούσε στην κατάλληλη θέση, στη θέση την οποία είχε προσχεδιάσει, αλλά τότε δεν γνώριζε τίποτα. Ήλπιζε, επίσης, πως ο Ταλμέηνς δεν κουτσομπόλευε. Δεν το έκαναν όλοι οι άντρες αυτό.
Η Ρομάντα κίνησε προς το μέρος της με βήμα σταθερό και πρόσωπο παγερό, αλλά η Αραθέλε ανέκοψε την πορεία της, αρπάζοντας την Κίτρινη Καθήμενη από το μπράτσο κι αρνούμενη να την αφήσει, παρά το ξάφνιασμα που διαγράφηκε στα χαρακτηριστικά της γυναίκας.
«Τουλάχιστον, θα μου πεις πού βρίσκεται ο Ματ;» ρώτησε ο Ταλμέηνς. «Καθ’ οδόν προς το Κάεμλυν μαζί με την Κόρη-Διάδοχο; Γιατί εκπλήσσεσαι; Μια υπηρέτρια μιλάει σε έναν στρατιώτη όταν του φέρνει νερό από το ίδιο ρέμα. Ακόμα κι αν αυτός είναι ένας φρικτός Δρακορκισμένος», πρόσθεσε ξερά.