Выбрать главу

Μα το Φως! Οι άντρες ήταν πράγματι... ενοχλητικοί... μερικές φορές. Οι περισσότεροι έβρισκαν τρόπους να πουν ακριβώς το λάθος πράγμα τη λάθος στιγμή, να κάνουν την πλέον εσφαλμένη ερώτηση. Άσε που παρέσερναν τις υπηρέτριες κι εκείνες άρχιζαν να φλυαρούν ακατάσχετα. Θα ήταν πολύ εύκολο να του πει ψέματα, αλλά είχε αφήσει πολλά περιθώρια ελιγμών στο πλαίσιο των Όρκων της. Πάντως, κι η μισή αλήθεια ήταν αρκετή για να τον αποτρέψει από το να το βάλει στα πόδια προς το Έμπου Νταρ. Ίσως και λιγότερη από τη μισή.

Στην άλλη άκρη του κιοσκιού, η Σιουάν συζητούσε με έναν ψηλό κοκκινοπρόσωπο νεαρό με τσιγκελωτά μουστάκια, που την κοιτούσε με την ίδια δυσπιστία που έδειχνε κι η Σεγκάν. Οι ευγενείς ήξεραν συνήθως το παρουσιαστικό των Άες Σεντάι. Ωστόσο, η Σιουάν τον πρόσεχε μονάχα εν μέρει, καθώς το βλέμμα της πεταγόταν συχνά προς το μέρος της Εγκουέν. Έμοιαζε να βροντοφωνάζει δυνατά κι απροκάλυπτα όσο η συνείδηση της τι σημαίνει να είσαι μία Άες Σεντάι. Δεν γνώριζε τίποτα για σήμερα, απλώς ήλπιζε! Η Εγκουέν ξεφύσησε οργισμένα. Που να καιγόταν αυτή τη γυναίκα!

«Την τελευταία φορά που άκουσα να μιλούν γι’ αυτόν, βρισκόταν στο Έμπου Νταρ», μουρμούρισε. «Τώρα, βέβαια, θα θέλει να φτάσει στον Βορρά όσο πιο γρήγορα μπορεί. Εξακολουθεί να νομίζει πως πρέπει να με σώσει, Ταλμέηνς, κι ο Μάτριμ Κώθον δεν θα έχανε την ευκαιρία να είναι παρών για να πει “εγώ σ’ τα έλεγα”».

Ο Ταλμέηνς δεν έδειχνε να εκπλήσσεται. «Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ», αναστέναξε. «Κάτι... αισθάνομαι... εδώ και λίγες βδομάδες, όπως κι άλλοι της Ομάδας. Δεν πρόκειται για κάτι επείγον, είναι απλώς μια αίσθηση, σαν να με χρειαζόταν. Κάτι σαν να έπρεπε να στραφώ προς τον Νότο, εν πάση περιπτώσει. Παράξενο πράγμα να ακολουθείς έναν τα’βίρεν».

«Μάλλον έτσι είναι», συμφώνησε η γυναίκα, ελπίζοντας να μην είχε φανεί η δυσπιστία της. Ήταν όντως περίεργο να σκέφτεται τον κατεργάρη Ματ ως ηγέτη της Ομάδας του Κόκκινου Χεριού, πόσω μάλλον ως τα’βίρεν, αλλά το σίγουρο ήταν πως ένας τα’βίρεν έπρεπε να είναι παρών ή, τουλάχιστον, κάπου εκεί κοντά για να φέρει κάποιο αποτέλεσμα.

«Ο Ματ έκανε λάθος όσον αφορά στη διάσωσή σου. Ποτέ σου δεν είχες σκοπό να απευθυνθείς σε μένα για βοήθεια, έτσι;»

Ο άντρας εξακολουθούσε να μιλάει μαλακά, αλλά η Εγκουέν έριξε μια ανήσυχη ματιά τριγύρω. Η Σιουάν δεν έπαψε στιγμή να τους κοιτάει, όπως κι η Χάλιμα. Ο Παιτρ στεκόταν πολύ κοντά της, λαχανιασμένος αλλά καμαρωτός, χαϊδεύοντας το μουστάκι του —από τον τρόπο που κοιτούσε το φόρεμά της, ήταν προφανές πως δεν την είχε περάσει για αδελφή!— αλλά η γυναίκα δεν τον πρόσεχε ιδιαίτερα, καθότι έριχνε λοξές ματιές προς την κατεύθυνση της Εγκουέν, ενώ ταυτόχρονα του χαμογελούσε εγκάρδια. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν απασχολημένοι με κάτι και κανείς δεν στεκόταν τόσο κοντά ώστε να ακούει τι λένε.

«Μια Έδρα της Άμερλιν ποτέ δεν θα ζητούσε άσυλο, έτσι δεν είναι; Κάποιες φορές όμως είναι ανακουφιστικό να ξέρει πως είσαι παρών», παραδέχτηκε. Απρόθυμα, βέβαια. Ήταν απίθανο να χρειαστεί κρυψώνα μία Έδρα της Άμερλιν, αλλά δεν έτρεχε και τίποτα από τη στιγμή που οι Καθήμενες δεν είχαν ιδέα. «Πράγματι υπήρξες φίλος, Ταλμέηνς. Ελπίζω να εξακολουθείς να είσαι. Αληθινά το ελπίζω».

«Μου... ανοίχτηκες... πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενα», της είπε αργά, «οπότε θα σου πω κι εγώ κάτι». Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δεν είχαν αλλάξει στο ελάχιστο —για κάποιον παρατηρητή ήταν εξίσου αδιάφορος με πριν— αλλά η φωνή του έγινε ψίθυρος. «Με πλησίασε ο Βασιλιάς Ρέντραν, για να μου μιλήσει σχετικά με την Ομάδα. Φαίνεται πως ήλπιζε να είναι ο πρώτος αληθινός βασιλιάς του Μουράντυ. Επιθυμούσε να μας εκμισθώσει. Υπό άλλες συνθήκες, ούτε καν θα το σκεφτόμουν, αλλά δεν υπάρχει πολύ ρευστό. Εξάλλου, είναι κι αυτή η... αίσθηση... ότι ο Ματ μάς χρειάζεται... Ίσως θα ήταν καλύτερα να παραμείνουμε στο Μουράντυ. Δεν είναι διόλου άσχημα όταν βρίσκεσαι στον τόπο που επιθυμείς κι έχεις πρόσβαση παντού».

Σιώπησε, καθώς μια νεαρή σερβιτόρα υποκλίθηκε και τους πρόσφερε ζεστό κρασί. Φορούσε πανέμορφα ρούχα από κεντητό πράσινο μαλλί κι έναν λουσάτο μανδύα με τούφες από κουνέλι. Οι υπόλοιποι υπηρέτες του καταυλισμού βοηθούσαν κι αυτοί, αναμφίβολα για να μην κάθονται να τουρτουρίζουν. Το στρογγυλό πρόσωπο της νεαρής γυναίκας ήταν φανερά κομμένο από το κρύο.

Ο Ταλμέηνς την απομάκρυνε με μια αποπεμπτική κίνηση του χεριού του και τράβηξε τον μανδύα γύρω από το κορμί του, αλλά η Εγκουέν πήρε στα χέρια της μια ασημένια κούπα, έτσι ώστε να σκεφτεί για λίγο απερίσπαστη. Πράγματι, δεν είχαν πια και μεγάλη ανάγκη την Ομάδα. Παρά τα μουρμουρητά, οι αδελφές θεωρούσαν την παρουσία τους ως δεδομένη, είτε επρόκειτο για Δρακορκισμένους είτε όχι. Δεν φοβούνταν πια καμία επικείμενη επίθεση και δεν είχε χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν την παρουσία της Ομάδας για να τους παρακινήσουν να προχωρήσουν από τότε που άφησαν το Σαλιντάρ. Ο μόνος αληθινός σκοπός που εξυπηρετούσε πια ένας Σεν αν Κάλχαρ ήταν να στρατολογεί κόσμο στον στρατό του Μπράυν, άντρες που πίστευαν πως δύο στρατοί σήμαιναν πόλεμο και που επιθυμούσαν να βρίσκονται με την μεριά των πολυπληθέστερων. Η Εγκουέν δεν τους είχε πια ανάγκη κάτι τέτοιους, αλλά ο Ταλμέηνς είχε φερθεί ως φίλος. Κι η ίδια, άλλωστε, δεν έπαυε να είναι Άμερλιν. Υπάρχουν φορές που η φιλία κι η ευθύνη συμβαδίζουν.