Μόλις έφυγε η υπηρέτρια, η Εγκουέν ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του Ταλμέηνς. «Δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Ακόμα κι η Ομάδα δεν μπορεί να καταλάβει ολόκληρο το Μουράντυ μόνη της, κι ο καθένας θα στραφεί εναντίον σου. Ξέρεις πολύ καλά πως το μόνο πράγμα που ενώνει τους Μουραντιανούς είναι οι ξένοι στα εδάφη τους. Ακολούθησέ μας στην Ταρ Βάλον, Ταλμέηνς. Ο Ματ θα έρθει εκεί. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία». Ο Ματ δεν πίστευε πως η Εγκουέν είχε γίνει Άμερλιν, μέχρι που την είδε στον Λευκό Πύργο να φοράει το επιτραχήλιο.
«Ο Ρέντραν δεν είναι βλάκας», της είπε ήρεμα. «Το μόνο που θέλει να κάνουμε είναι να κάτσουμε και να περιμένουμε έναν ξένο στρατό —χωρίς Άες Σεντάι— που κανείς δεν γνωρίζει τους σκοπούς του. Δεν θα πρέπει να αντιμετώπισε σπουδαίο πρόβλημα να ενώσει τους ευγενείς εναντίον μας. Μετά, λέει, μπορούμε ήσυχα-ήσυχα να περάσουμε τα σύνορα. Πιστεύει πως έχει τη δυνατότητα να τους συγκρατήσει μονάχος του».
Η Εγκουέν δεν κατάφερε να συγκρατήσει την έξαψη στη φωνή της. «Και τι θα τον σταματήσει από το να σε προδώσει; Αν η απειλή χαθεί δίχως μάχη, το όνειρο του για ένα ενωμένο Μουράντυ θα χαθεί κι αυτό». Αυτός ο ηλίθιος άντρας έμοιαζε να το διασκεδάζει!
«Ούτε εγώ είμαι ανόητος. Ο Ρέντραν είναι αδύνατον να ετοιμαστεί πριν από τον ερχομό της άνοιξης. Όλο αυτό το συνάφι δεν θα το κουνούσε από τα εδάφη του αν δεν έφταναν οι Αντορινοί έως τον Νότο, κι είχαν ήδη αρχίσει την επέλαση πριν ξεκινήσουν τα χιόνια. Ο Ματ θα μας βρει πριν από αυτούς. Αν έρχεται βόρεια, όλο και κάτι θα άκουσε για μας. Ο Ρέντραν θα πρέπει να αισθάνεται ικανοποιημένος με όσα έχει καταφέρει. Αν, λοιπόν, ο Ματ σκοπεύει να κατευθυνθεί στην Ταρ Βάλον, θα σε δω εκεί».
Η Εγκουέν έκανε έναν ήχο που υποδήλωνε θυμό. Το σχέδιο ήταν αξιοπρόσεκτο, αντάξιο των πλάνων της Σιουάν, κάτι στο οποίο δύσκολα θα αντεπεξερχόταν ο Ρέντραν Αλμάρικ ντο Αρέλοα α’Ναλόυ. Λεγόταν πως ο τύπος ήταν τόσο άσωτος, ώστε έκανε τον Ματ να μοιάζει με βράχο ηθικής. Από την άλλη, σίγουρα δεν επρόκειτο για σχέδιο που θα μπορούσε να σκαρφιστεί ο Ρέντραν. Η μόνη βεβαιότητα ήταν ότι ο Ταλμέηνς είχε πάρει τις αποφάσεις του.
«Θέλω να μου δώσεις τον λόγο σου, Ταλμέηνς, πως δεν θα αφήσεις τον Ρέντραν να σε σύρει σε πόλεμο». Ευθύνη. Το στενό επιτραχήλιο γύρω από τον λαιμό της έμοιαζε να ζυγίζει δέκα φορές παραπάνω από τον μανδύα της. «Αν κινηθεί γρηγορότερα απ’ ό,τι πίστευες, θα φύγεις, άσχετα από το αν ο Ματ σε έχει προλάβει ή όχι».
«Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω τον λόγο μου, αλλά είναι μάλλον αδύνατον», διαμαρτυρήθηκε. «Αναμένω την πρώτη επιδρομή εναντίον της εμπροσθοφυλακής μου το αργότερο τρεις μέρες αφότου αποσπαστώ από το στράτευμα του Άρχοντα Μπράυν. Κάθε ψωροευγενής κι αγρότης θα πιστέψει πως όλο και κάποια άλογα θα καταφέρει να βουτήξει κατά τη διάρκεια της νύχτας, κρατώντας με απασχολημένο και τρέχοντας ύστερα να κρυφτεί».
«Δεν συζητώ το αν και πώς θα υπερασπιστείς τον εαυτό σου, και το ξέρεις πολύ καλά», του αποκρίθηκε με σταθερή φωνή. «Θέλω να μου υποσχεθείς, Ταλμέηνς. Αλλιώς, δεν θα σου επιτρέψω να συμφωνήσεις με τον Ρέντραν». Ο μόνος τρόπος να το σταματήσει ήταν η προδοσία, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να σηκωθεί να φύγει αφήνοντας πίσω της έναν πόλεμο να εκτυλίσσεται και, μάλιστα, από τη στιγμή που τον είχε προκαλέσει η ίδια, φέρνοντας εδώ τον Ταλμέηνς.
Σαν να την κοίταζε για πρώτη φορά, ο άντρας έσκυψε το κεφάλι του. Παραδόξως, αυτή η κίνηση έμοιαζε περισσότερο τυπική από την υπόκλιση. «Θα γίνει όπως λες, Μητέρα. Πες μου, είσαι σίγουρη πως δεν είσαι κι εσύ τα’βίρεν;»
«Είμαι η Έδρα της Άμερλιν», του αποκρίθηκε. «Κι αυτό αρκεί». Τον άγγιξε ξανά στο μπράτσο. «Είθε το Φως να λάμπει επάνω σου, Ταλμέηνς». Το χαμόγελο του έφτασε σχεδόν έως τις άκρες των ματιών του αυτή τη φορά.
Μολονότι όμως η συζήτησή τους γινόταν ψιθυριστά, αναμενόμενο ήταν πως όλο και κάποιος θα τους πρόσεχε. Ίσως επειδή ακριβώς ψιθύριζαν. Το κορίτσι που ισχυριζόταν πως ήταν Άμερλιν, μία επαναστάτρια ενάντια στον Λευκό Πύργο, συζητούσε με τον ηγέτη δέκα χιλιάδων Δρακορκισμένων. Άραγε, είχε κάνει το σχέδιο του Ταλμέηνς αναφορικά με τον Ρέντραν ευκολότερο ή δυσκολότερο; Πόσο πιθανό ήταν να ξεσπάσει πόλεμος στο Μουράντυ; Ανάθεμα στη Σιουάν και στον καταραμένο Νόμο των Ακούσιων Επακόλουθων! Πενήντα βλέμματα την ακολούθησαν κι έπειτα στράφηκαν αλλού, καθώς η Εγκουέν μετακινήθηκε μέσα από το πλήθος ζεσταίνοντας τα δάχτυλά της με την κούπα της. Ή, τουλάχιστον, τα περισσότερα βλέμματα στράφηκαν αλλού. Τα πρόσωπα των Καθήμενων αντανακλούσαν την αγέραστη γαλήνη των Άες Σεντάι, αλλά τα χαρακτηριστικά της Λελαίν έμοιαζαν με μαυρομάτικου γερακιού που παρακολουθεί ένα ψάρι να παλεύει στα ρηχά, ενώ τα ελαφρώς πιο σκούρα μάτια της Ρομάντα ήταν ικανά να ανοίξουν τρύπες στο σίδερο.