Προσπαθώντας να μη χάσει από τα μάτια της τον ήλιο, η Εγκουέν βημάτισε αργά γύρω-γύρω από το κιόσκι. Οι ευγενείς εξακολουθούσαν να γίνονται φορτικοί στις Καθήμενες, πηγαίνοντας από τη μία στην άλλη σαν να αναζητούσαν την τέλεια απάντηση, κι η Εγκουέν άρχισε να προσέχει τις λεπτομέρειες. Ο Ντόνελ, αφήνοντας την Τζάνυα για να απευθυνθεί στη Μόρια, έκανε μια παύση μπροστά στην Ήμλυν κι υποκλίθηκε βαθιά. Η γυναίκα τού ανταπέδωσε τον χαιρετισμό με ένα καταδεκτικό νεύμα. Η Τσιάν άφησε την Τακίμα κι έκανε μια εξίσου βαθιά υπόκλιση στον Πέλιβαρ, για να λάβει ως απάντηση ένα ελαφρύ κύρτωμα του κεφαλιού. Κι η διαδικασία συνεχίστηκε, με τους Μουραντιανούς να χαιρετάνε γεμάτοι σεβασμό τους Αντορινούς, οι οποίοι ανταποκρίνονταν εξίσου τυπικά. Οι Αντορινοί προσπαθούσαν να αγνοήσουν τον Μπράυν, εκτός από την περίεργη κατήφειά του, αλλά οι Μουραντιανοί τον αποζητούσαν, θέλοντας να του μιλήσουν ένας-ένας ξεχωριστά και χωρίς να τους ακούει κανείς άλλος· από τον τρόπο δε που κοιτούσαν τριγύρω, ήταν προφανές πως συζητούσαν για τον Πέλιβαρ, την Αραθέλε ή για την Ήμλυν. Ίσως ο Ταλμέηνς να είχε δίκιο.
Κι η Εγκουέν δέχθηκε κάμποσες υποκλίσεις, αν και καμιά δεν ήταν τόσο βαθιά όσο αυτές που λάμβαναν η Αραθέλε, ο Πέλιβαρ κι η Ήμλυν, πόσω μάλλον οι Καθήμενες. Μισή ντουζίνα γυναίκες τής είπαν πόσο ευγνώμονες ήταν που τα πράγματα είχαν διευθετηθεί ειρηνικά, αν κι η αλήθεια ήταν πως άλλες τόσες εκδήλωναν επιφυλακτικότητα ή ανασήκωναν τους ώμους τους ανήσυχα, όταν η Εγκουέν εξέφραζε την ίδια γνώμη, λες και δεν ήταν διόλου σίγουρες πως όλα θα τελείωναν ειρηνικά. Οι αισιόδοξες διαβεβαιώσεις της αντιμετωπίζονταν με ένα ένθερμο «Το Φως να δεήσει!» ή με το εντελώς μοιρολατρικό «Φωτός θέλοντος». Τέσσερις εξ αυτών την αποκάλεσαν Μητέρα, η μία μάλιστα δίχως τον παραμικρό δισταγμό. Τρεις ακόμα της είπαν πως ήταν αρκετά όμορφη, ότι είχε ωραία μάτια και χαριτωμένη φινέτσα, με αυτή τη σειρά. Ίσως ήταν οι κατάλληλες φιλοφρονήσεις για την ηλικία της Εγκουέν, αλλά δεν ανταποκρίνονταν στο αξίωμά της.
Τουλάχιστον, βρήκε μια ανόθευτη ευχαρίστηση. Η Σεγκάν δεν ήταν η μόνη που σάστισε από την αναγγελία της σχετικά με το βιβλίο των μαθητευομένων. Ήταν ολοφάνερο πως αυτός ήταν κι ο λόγος που της πρωτομίλησαν οι περισσότερες γυναίκες. Σε τελική ανάλυση, μπορεί οι υπόλοιπες αδελφές να είχαν επαναστατήσει ενάντια στον Πύργο, αλλά η ίδια ισχυριζόταν πως ήταν η Έδρα της Άμερλιν. Θα πρέπει να είχαν αρκετά έντονο ενδιαφέρον για να μην τους επηρεάσει κάτι τέτοιο, αν και καμιά τους δεν το άφηνε να εκδηλωθεί. Την έρευνα διεξήγε η Αραθέλε, με ένα συνοφρύωμα που αύξησε τις ζάρες στα μάγουλά της. Η Άεμλυν κούνησε το γκριζωπό της κεφάλι ως απάντηση. Κατόπιν, η κοντόχοντρη Τσιάν υπέβαλε μια ερώτηση κι ακολούθησε μια Αντορινή λαίδη με αυστηρό πρόσωπο ονόματι Νεγκάρα, κι ύστερα από αυτήν ήρθε η σειρά μιας χαριτωμένης Μουραντιανής με μεγάλα μάτια, που την έλεγαν Τζένετ, καθώς κι άλλων. Καμιά τους δεν επιθυμούσε απαντήσεις για προσωπικό όφελος —κάμποσες μάλιστα, ειδικά οι νεότερες, το ξεκαθάρισαν αμέσως αυτό— αλλά πριν περάσει πολύ ώρα η κάθε αριστοκράτισσα είχε κάνει την ερώτησή της, όπως επίσης κι αρκετοί από το υπηρετικό προσωπικό, με την πρόφαση του σερβιρίσματος επιπλέον αρωματικού κρασιού. Μια νευρώδης γυναίκα ονόματι Νίλντρα είχε έρθει από τον καταυλισμό των Άες Σεντάι.
Η Εγκουέν ένιωθε ευχαριστημένη με τον σπόρο που είχε φυτέψει εκεί. Δεν ήταν όμως εξίσου ευχαριστημένη με τους άντρες. Λίγοι της μίλησαν, κι αυτοί μόνο όταν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι της και δεν είχαν άλλη επιλογή. Της ψιθύριζαν λόγια σχετικά με τον καιρό, είτε επιδοκιμάζοντας το τέλος της ξηρασίας είτε αποδοκιμάζοντας τις ξαφνικές χιονοπτώσεις, της εξέφραζαν όλο και κάποια δειλή ελπίδα πως το πρόβλημα με τους ληστοσυμμορίτες θα έβρισκε λύση σύντομα, ρίχνοντας πιθανόν και μια ματιά όλο νόημα προς το μέρος του Ταλμέηνς. Κατόπιν ξεγλιστρούσαν μακριά, σαν γουρούνια αλειμμένα με λίπος. Ένας Αντορινός ονόματι Μακάραν, πελώριος σαν αρκούδα, παραπάτησε σχεδόν στην προσπάθειά του να την αποφύγει. Από μια άποψη, δεν ήταν να απορεί κανείς. Οι γυναίκες είχαν τη δικαιολογία, απέναντι στον εαυτό τους τουλάχιστον, του βιβλίου των μαθητευομένων, αλλά οι άντρες το μόνο που σκέφτονταν ήταν πως, αν κάποιο μάτι τούς έβλεπε να συνομιλούν με την Εγκουέν, θα στιγματίζονταν για μια ζωή.