Выбрать главу

Πράγματι, ήταν κάπως αποθαρρυντικό. Δεν την ένοιαζε διόλου τι σκέφτονταν οι άντρες αναφορικά με τις μαθητευόμενες, αλλά πολύ θα ήθελε να μάθει αν τους διακατείχε ο ίδιος φόβος με τις γυναίκες ότι, τελικά, όλα αυτά δεν θα έφερναν αποτέλεσμα. Κάτι τέτοιοι φόβοι αυτοεκπληρώνονταν πολύ εύκολα. Στο τέλος, αποφάσισε πως μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να το μάθει.

Ο Πέλιβαρ πήρε από έναν δίσκο μια νέα κούπα με κρασί και στράφηκε να φύγει, αφήνοντας μια πνιχτή βρισιά επειδή κόντεψε να πέσει επάνω της. Αν η Εγκουέν στέκονταν πιο κοντά, δεν θα απέφευγε τη σύγκρουση. Το ζεστό κρασί πιτσίλισε το γαντοφορεμένο του χέρι και κύλησε κάτω από το μανίκι του, αναγκάζοντας τον να αφήσει μια νέα βρισιά, όχι και τόσο πνιχτή αυτή τη φορά. Έπαιζε ρόλο και το ότι ήταν αρκετά ψηλότερος της, τόσο που φάνταζε να πυργώνεται από πάνω της. Το σκυθρώπιασμά του ανήκε σε άντρα που το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει πέρα μια ενοχλητική νεαρή γυναίκα. Ή υποδήλωνε κάποιον που μόλις είχε πατήσει κόκκινη οχιά. Η Εγκουέν παρέμεινε στητή και συγκέντρωσε την προσοχή της στην εικόνα αυτού του άντρα ως πιτσιρίκου, αν και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Αυτό πάντα βοηθούσε. Οι πιο πολλοί άντρες φαίνεται πως το διαισθάνονταν. Ο Πέλιβαρ μουρμούρισε κάτι —ίσως έναν ευγενικό χαιρετισμό, ίσως ακόμα μια βρισιά— κι υποκλίθηκε ελαφρά, προσπαθώντας αμέσως μετά να την προσπεράσει. Εκείνη έκανε ένα πλάγιο βήμα για να τον εμποδίσει. Ο άντρας έκανε πίσω κι η Εγκουέν τον ακολούθησε. Άρχισε να μοιάζει με κυνηγημένο. Η γυναίκα αποφάσισε να τον ηρεμήσει πριν του κάνει την πιεστική και σημαντική ερώτηση. Ήθελε απαντήσεις, όχι μεμψιμοιρίες.

«Θα πρέπει να ικανοποιήθηκες όταν άκουσες πως η Κόρη-Διάδοχος κατευθύνεται στο Κάεμλυν, Άρχοντα Πέλιβαρ». Είχε ακούσει κάμποσες από τις Καθήμενες να το αναφέρουν.

Ο άντρας έμεινε ανέκφραστος. «Η Ηλαίην Τράκαντ έχει δικαίωμα διεκδίκησης του Θρόνου του Λιονταριού», αποκρίθηκε ξερά.

Τα μάτια της Εγκουέν γούρλωσαν κι ο άντρας έκανε ακόμα ένα αβέβαιο βήμα προς τα πίσω. Ίσως νόμιζε πως η γυναίκα θίχτηκε που δεν ανέφερε τον τίτλο της, αλλά η Εγκουέν ούτε που το πρόσεξε καλά-καλά. Ο Πέλιβαρ είχε υποστηρίξει τη μητέρα της Ηλαίην όταν εκείνη διεκδικούσε τον θρόνο, κι η Ηλαίην ήταν σίγουρη πως, με τη σειρά της, θα είχε την υποστήριξή του. Μιλούσε πολύ στοργικά για τον Πέλιβαρ, σαν να ήταν ένας αγαπημένος θείος.

«Μητέρα», μουρμούρισε η Σιουάν πλάι της, «πρέπει να φύγουμε, αν θες να είμαστε στον καταυλισμό πριν δύσει ο ήλιος». Τα κατάφερε έτσι ώστε οι σιγανές αυτές λέξεις να ακουστούν ιδιαίτερα επιτακτικές. Ο ήλιος είχε ήδη φτάσει το ζενίθ του.

«Με αυτόν τον καιρό δεν είναι ό,τι καλύτερο να βρίσκεσαι έξω νυχτιάτικα», είπε βιαστικά ο Πέλιβαρ. «Με την άδειά σας, πρέπει να ετοιμαστώ για αναχώρηση». Ακούμπησε την κούπα του στον δίσκο ενός περαστικού υπηρέτη, δίστασε λίγο πριν κάνει το πρώτο βήμα και κατόπιν απομακρύνθηκε με τον αέρα κάποιου που μόλις είχε αποφύγει μια παγίδα.

Η Εγκουέν ήθελε να τρίξει τα δόντια της από απογοήτευση. Μα, τι στο καλό πίστευαν οι άντρες για τη συμφωνία τους; Αν, δηλαδή, μπορούσε να αποκαλεστεί έτσι, ύστερα από τον τρόπο που τους την επέβαλε η ίδια. Η Αραθέλε κι η Ήμλυν είχαν περισσότερη εξουσία κι επιρροή από τους πιο πολλούς άντρες, ωστόσο ήταν ο Πέλιβαρ, ο Κούλχαν, καθώς και μερικοί άλλοι του συναφιού τους, που ίππευαν μαζί με τους στρατιώτες. Κι αυτό, μπορούσαν να της το πετάξουν κατάμουτρα χωρίς να μπορεί να πει τίποτα.

«Βρες τη Σέριαμ», γρύλισε, «και πες της να ετοιμαστούν όλοι για αναχώρηση τώρα, οπωσδήποτε!» Δεν θα χάριζε στις Καθήμενες ακόμα μία νύχτα για να σκεφτούν όσα έγιναν σήμερα και για να σχεδιάσουν τις ίντριγκες τους. Έπρεπε πάση θυσία να βρίσκονται στον καταυλισμό προτού βασιλέψει ο ήλιος.

19

Ο Νόμος

Το να πείσουν τις Καθήμενες να καβαλικέψουν δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολο έργο· ήταν εξίσου ανυπόμονες με την Εγκουέν να απομακρυνθούν από εκείνο το μέρος, ειδικά η Ρομάντα κι η Λελαίν, ψυχρές κι οι δύο σαν τον άνεμο και με μάτια που πετούσαν σπίθες. Οι υπόλοιπες ήταν η προσωποποίηση της παραδοσιακής γαλήνης και ψυχρότητας των Άες Σεντάι, αποπνέοντας μια αυτοπειθαρχία σαν βαριά μυρωδιά, ωστόσο γλίστρησαν τόσο γρήγορα πάνω στα άλογά τους που οι ευγενείς απέμειναν με ανοικτό το στόμα, οι δε υπηρέτες με τις φανταχτερές φορεσιές έσπευσαν να φορτώσουν τα υποζύγια όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.