Η Εγκουέν σπιρούνισε τον Ντάισαρ σε σκληρό τροχασμό πάνω στο χιόνι, και δεν χρειάστηκε παρά μια ματιά κι ένα νεύμα από τον Άρχοντα Μπράυν για να ξεκινήσει γοργά η θωρακισμένη συνοδεία. Η Σιουάν καβάλα στην Μπέλα, κι η Σέριαμ πάνω στη Φτερούγα κίνησαν βιαστικά για να την προλάβουν. Προχωρούσαν επί ολόκληρα μίλια, ενώ τα άλογα είχαν αλλάξει τον καλπασμό σε ελαφρύ τριποδισμό, βυθίζοντας τα πόδια τους στο παχύ έδαφος, με τη Φλόγα της Ταρ Βάλον να κυματίζει στην παγερή αύρα. Όποτε κρινόταν απαραίτητο επιβράδυναν, κι όταν τα άλογα βυθίζονταν έως το γόνατο στην κρούστα του χιονιού, απλώς βημάτιζαν γοργά.
Οι Καθήμενες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να τις ακολουθούν κατά πόδας, ενώ η ταχύτητα δεν τους έδινε την ευκαιρία να κουβεντιάσουν στον δρόμο. Με αυτόν τον κουραστικό βηματισμό, η έλλειψη προσοχής μπορεί να είχε ως αποτέλεσμα ένα σπασμένο πόδι για το άλογό σου κι έναν σπασμένο λαιμό για σένα. Ακόμα κι έτσι, η Ρομάντα κι η Λελαίν κατάφερναν να διατηρούν γύρω τους η κάθε μία την κλίκα της, κι οι δύο παρέες συζητούσαν στο χιόνι, κυκλωμένες από ξόρκια ενάντια στο κρυφάκουσμα. Οι δύο γυναίκες έμοιαζαν να εξακοντίζουν ύβρεις, κι η Εγκουέν εύκολα μπορούσε να φανταστεί το θέμα τους. Η αλήθεια ήταν πως κι άλλες Καθήμενες κατάφερναν να συμβαδίσουν για ένα διάστημα, ανταλλάσοντας σιγανά μερικές λέξεις και ρίχνοντας παγερές ματιές, πότε στην ίδια και πότε στις αδελφές που τις τύλιγε το σαϊντάρ. Μονάχα η Ντελάνα δεν συμμετείχε σε αυτές τις σύντομες συζητήσεις. Έμεινε δίπλα-δίπλα στη Χάλιμα, η οποία επιτέλους παραδέχτηκε πως κρύωνε. Με το πρόσωπο σφιγμένο, η επαρχιώτισσα κρατούσε τον μανδύα γερά πάνω στο κορμί της, προσπαθώντας να παρηγορήσει την Ντελάνα και ψιθυρίζοντάς της σχεδόν διαρκώς. Φαίνεται πως η γυναίκα είχε μεγάλη ανάγκη από παρηγοριά· τα φρύδια της ήταν χαμηλωμένα, προκαλώντας ζάρες στο μέτωπό της, που την έκαναν να φαντάζει μεγαλύτερη. Δεν ήταν η μόνη που ανησυχούσε. Οι υπόλοιπες δεν το έδειχναν, γιατί κάλυπταν επιτυχώς αυτή την αίσθηση, ακτινοβολώντας απόλυτη αυτοκυριαρχία, αλλά οι Πρόμαχοι κάλπαζαν λες και περίμεναν ανά πάσα στιγμή να ξεπηδήσει ο χειρότερος εχθρός μέσα από το χιόνι, με τα βλέμματά τους να κοιτούν διαρκώς τριγύρω, παρακολουθώντας τα πάντα, και με τους αναταραγμένους μανδύες να κυματίζουν στο άνεμο αφήνοντας τα χέρια ελεύθερα. Όταν ανησυχούσε μία Άες Σεντάι, το ίδιο συνέβαινε και με τον Πρόμαχο της, ενώ οι Καθήμενες ήταν πολύ απορροφημένες για να σκεφτούν πως έπρεπε να καλμάρουν τους άντρες. Αυτό ήταν πολύ ευχάριστο για την Εγκουέν. Αν οι Καθήμενες είχαν έγνοιες, σήμαινε πως δεν είχαν πάρει τις αποφάσεις τους ακόμα.
Όταν ο Μπράυν απομακρύνθηκε κάπως για να συσκεφθεί με τον Ούνο, η Εγκουέν βρήκε την ευκαιρία να ρωτήσει τι είχαν μάθει οι δύο γυναίκες σχετικά με τις Άες Σεντάι και τους Φρουρούς του Πύργου στο Άντορ.
«Όχι και πολλά», αποκρίθηκε η Σιουάν με σφιγμένη φωνή. Η δασύτριχη Μπέλα δεν φαινόταν να έχει δυσκολίες στον βηματισμό της, κάτι που όμως συνέβαινε με τη Σιουάν, η οποία κρατούσε σφιχτά τα γκέμια με το ένα χέρι και το μπροστάρι της σέλας της με το άλλο. «Απ’ όσο μπορώ να κρίνω, υπάρχουν τουλάχιστον πενήντα φήμες και κανέναν εξακριβωμένο γεγονός. Πρόκειται για συνηθισμένη ιστορία, από αυτές που ξεπηδούν πού και πού, αλλά δεν αποκλείεται να είναι αληθινή». Η Μπέλα ταλαντεύτηκε, με τις μπροστινές της οπλές να βυθίζονται στο έδαφος, κι η Σιουάν έβγαλε μια άναρθρη κραυγή. «Το Φως να κάψει τ’ άλογα!» Ούτε η Σέριαμ είχε μάθει και τόσο πολλά. Κούνησε το κεφάλι κι αναστέναξε νευριασμένη. «Μου φαίνεται πως όλα αυτά είναι ανοησίες και σαχλαμάρες, Μητέρα. Ανέκαθεν κυκλοφορούσαν φήμες για αδελφές που το έσκαγαν λαθραία. Δεν έμαθες ακόμα να ιππεύεις, Σιουάν;» πρόσθεσε κι η φωνή της έσταζε από ειρωνεία. «Μέχρι το βράδυ θα έχεις πληγιάσει τόσο πολύ που δεν θα μπορείς να βαδίσεις!» Τα νεύρα της θα πρέπει να είχαν κλονιστεί για να ξεσπάσει τόσο ανοικτά. Από τον τρόπο που μετακινούνταν πάνω στη σέλα της ήταν ολοφάνερο πως κι η ίδια βασανιζόταν από αυτό που είχε προβλέψει για τη Σιουάν.
Η ματιά της Σιουάν σκλήρυνε κι η γυναίκα άνοιξε το στόμα της σχεδόν γρυλίζοντας, δίχως να δίνει την παραμικρή σημασία ποιος την έβλεπε πίσω από το λάβαρο.
«Σταματήστε κι οι δυο σας!» παρενέβη απότομα η Εγκουέν. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει. Ήταν κι αυτή κάπως αγχωμένη. Ό,τι κι αν πίστευε η Αραθέλε, η δύναμη που θα έστελνε η Ελάιντα εναντίον τους θα ήταν πολύ μεγάλη για να την αποφύγουν, κάτι που τους άφηνε ως εναλλακτική λύση μονάχα τον Μαύρο Πύργο, μια σωστή συμφορά δηλαδή. Πιο εύκολα ξεπουπουλιάζεις ένα κοτόπουλο που βρίσκεται μπροστά σου παρά ένα σκαρφαλωμένο πάνω στο δέντρο. Ειδικά όταν αυτό το δέντρο βρίσκεται σε άλλη χώρα, και πολύ περισσότερο αν δεν υπάρχει καν κοτόπουλο.