Выбрать главу

Ωστόσο, απέφυγε να δώσει εντολές στη Σέριαμ πριν φτάσουν στον καταυλισμό. Ήταν η Έδρα της Άμερλιν, πράγμα που σήμαινε πως όλες οι Άες Σεντάι αποτελούσαν προσωπική της ευθύνη, ακόμα κι όσες ακολουθούσαν την Ελάιντα. Η φωνή της, πάντως, ήταν σταθερή σαν βράχος. Πολύ αργά για να φοβηθείς από τη στιγμή που έχεις πιάσει τον λύκο από τα αυτιά.

Τα λοξά μάτια της Σέριαμ γούρλωσαν μόλις άκουσε τις εντολές. «Μητέρα, μπορώ να ρωτήσω για ποιον λόγο...;» Δεν αποτελείωσε την πρότασή της υπό το κοφτό βλέμμα της Εγκουέν και ξεροκατάπιε. «Θα γίνει όπως επιθυμείς, Μητέρα», είπε αργά. «Παράξενο. Θυμάμαι τη μέρα που εσύ με τη Νυνάβε ήρθατε στον Πύργο, δύο κοριτσάκια που δεν μπορούσαν να αποφασίσουν αν πρέπει να νιώσουν συνεπαρμένα ή φοβισμένα. Πόσα άλλαξαν από τότε. Τα πάντα σχεδόν».

«Τίποτα δεν μένει το ίδιο για πάντα», της αποκρίθηκε η Εγκουέν. Έριξε στη Σιουάν ένα βλέμμα όλο νόημα, αλλά η Σιουάν αρνήθηκε να το προσέξει. Έμοιαζε κάπως μελαγχολική, ενώ η Σέριαμ μάλλον αδιάθετη.

Ο Άρχοντας Μπράυν επέστρεψε και μάλλον διαισθάνθηκε την κακοκεφιά τους. Το μόνο που είπε ήταν πως προχωρούσαν με καλό ρυθμό, μα κατά τ’ άλλα κράτησε το στόμα του κλειστό. Σοφός άντρας.

Ανεξάρτητα, πάντως, από το αν είχαν αργήσει ή όχι, ο ήλιος είχε κατέβει ήδη στις δεντροκορυφές όταν τελικά πέρασαν μέσα από τον απλωτό καταυλισμό του στρατού. Οι καρότσες κι οι σκηνές έριχναν μακρόστενες σκιές στο χιόνι και κάμποσοι άντρες δούλευαν σκληρά για να φτιάξουν κι άλλα χαμηλά καταφύγια από τα χαμόκλαδα. Δεν υπήρχαν αρκετές σκηνές, ούτε καν για τους στρατιώτες, κι ο καταυλισμός είχε άλλους τόσους κατασκευαστές χάμουρων, πλύστρες και κατασκευαστές βελών, όσοι δηλαδή ακολουθούν συνήθως έναν στρατό. Ο καμπανιστός ήχος από τα αμόνια μαρτυρούσε πως οι πεταλωτές, οι οπλοποιοί κι οι σιδεράδες είχαν πιάσει δουλειά. Φωτιές μαγειρέματος έκαιγαν παντού, κι οι ιππείς έβγαζαν τις πανοπλίες τους, ποθώντας λίγη ζέστη και καλό φαΐ, αφού πρώτα φρόντιζαν τα κουρασμένα και καταπονημένα από την πορεία άλογά τους. Παραδόξως, ο Μπράυν προσέγγισε την Εγκουέν, παρ’ όλο που η τελευταία τον είχε απομακρύνει.

«Αν μου επιτρέπεις, Μητέρα», της είπε. «Σκέφτηκα πως θα μπορούσα να σε συνοδεύσω για λίγο». Η Σέριαμ μετακινήθηκε απότομα πάνω στη σέλα της και τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Η Σιουάν κοιτούσε ευθεία μπροστά, λες και δεν τολμούσε να στρέψει τα γουρλωτά της μάτια προς το μέρος του.

Τι νόμιζε πως έκανε; Τον σωματοφύλακά της; Ενάντια στις αδελφές; Μα κι εκείνος ο τύπος με τη μονίμως υγρή μύτη το ίδιο καλά θα τα κατάφερνε. Ή, μήπως, ήθελε να κάνει φανερό πόσο πολύ ήταν ταγμένος με το μέρος της; Αν όλα πήγαιναν καλά απόψε, αύριο θα είχε την ευκαιρία να της. το δείξει. Η αποκάλυψη αυτή θα μπορούσε εύκολα να πανικοβάλει την Αίθουσα με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

«Η αποψινή νύχτα ανήκει στις Άες Σεντάι», του είπε με σταθερή φωνή. Όμως, όσο ανόητη κι αν ακουγόταν η πρόταση, ο ίδιος είχε προσφερθεί να διακινδυνέψει για την αφεντιά της. Οι λόγοι ήταν άγνωστοι —γύρευε για ποιον λόγο ένας άντρας κάνει το οτιδήποτε— κι ωστόσο του το χρωστούσε. Ανάμεσα σε άλλα, δηλαδή. «Εκτός κι αν σου στείλω απόψε τη Σιουάν, Άρχοντα Μπράυν, θα πρέπει να φύγεις πριν ξημερώσει. Αν οι κατηγορίες για όσα έγιναν σήμερα πέσουν πάνω μου, μπορεί να έχουν αντίκτυπο και σε σένα. Ίσως αποδειχθεί επικίνδυνο να μείνεις περισσότερο. Θανάσιμα επικίνδυνο. Δεν νομίζω πως χρειάζονται πολλές δικαιολογίες». Και δεν υπήρχε λόγος να ονοματίσει ποιους εννοούσε.

«Έδωσα τον λόγο μου», αποκρίθηκε ήσυχα χτυπώντας χαϊδευτικά τον λαιμό του Ταξιδευτή. «Στην Ταρ Βάλον». Έκανε μια παύση κι έριξε μια ματιά στη Σιουάν, όχι τόσο διστακτική όσο εξεταστική. «Ό,τι κι αν συμβεί απόψε», είπε τελικά, «να θυμάσαι πως έχεις την υποστήριξη του Γκάρεθ Μπράυν μαζί με τριάντα χιλιάδες άντρες, κάτι διόλου ευκαταφρόνητο ακόμα και για Άες Σεντάι. Έως αύριο, Μητέρα». Τραβώντας τα ηνία στο άτι με τη μακριά μουσούδα, φώναξε πάνω από τον ώμο του: «Περιμένω να δω κι εσένα αύριο, Σιουάν. Αυτό δεν αλλάζει». Η Σιουάν κάρφωσε το βλέμμα της στην πλάτη του καθώς ο άντρας απομακρυνόταν. Η οδύνη ήταν έκδηλη στη ματιά της.

Η Εγκουέν απέμεινε να κοιτάει κι αυτή. Ποτέ στο παρελθόν ο Μπράυν δεν ήταν τόσο ανοικτός μαζί της, ούτε στο ελάχιστο. Ποιος ήταν τώρα ο λόγος αυτής της άλλαγής;

Διασχίζοντας τα σαράντα, πενήντα βήματα που χώριζαν τον καταυλισμό του στρατού από αυτόν των Άες Σεντάι, ένευσε στη Σέριαμ, η οποία σπιρούνισε το άλογο της προς την κατεύθυνση των πρώτων σκηνών. Κίνησε κατά κει μαζί με τη Σιουάν. Πίσω τους ακούστηκε η φωνή της Σέριαμ, περίεργα κρυστάλλινη και σταθερή. «Η Έδρα της Άμερλιν καλεί την Αίθουσα σε τακτική συνεδρίαση. Οι προετοιμασίες πρέπει να γίνουν το γρηγορότερο». Η Εγκουέν ούτε καν κοίταξε πίσω.