Στη σκηνή της, μια κοκαλιάρα ιπποκόμος που τίναζε διαρκώς την επιστρωμένη μάλλινη φούστα της ήρθε τρέχοντας να πάρει τον Ντάισαρ και την Μπέλα. Το πρόσωπό της ήταν σκελετωμένο κι ίσα-ίσα που έκανε μια πρόχειρη υπόκλιση πριν απομακρυνθεί βιαστικά με τα άλογα, το ίδιο γρήγορα όσο είχε έρθει. Αισθάνθηκαν τη ζεστασιά από τα αναμμένα μαγκάλια στο εσωτερικό σαν γροθιά που έκλεινε γύρω τους. Η Εγκουέν δεν είχε συνειδητοποιήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή πόσο κρύο έκανε έξω. Ή πόσο παγωμένη ήταν η ίδια.
Η Τσέσα τής έβγαλε τον μανδύα κι αναφώνησε ξαφνιασμένη μόλις άγγιξε τα χέρια της. «Το κρύο σε περόνιασε, Μητέρα». Απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας κι άρχισε να ασχολείται με άλλα πράγματα, όπως να διπλώσει τον μανδύα της Εγκουέν και της Σιουάν, να ισιώσει τις τσαλακωμένες κουβέρτες πάνω στο πτυσσόμενο κρεβάτι της Εγκουέν και να τακτοποιήσει έναν δίσκο, ο οποίος ήταν ακουμπισμένος πάνω σε ένα κιβώτιο που είχε τραβηχτεί από τον σωρό. «Στη θέση σου, κι έτσι παγωμένη που είσαι, θα έπεφτα στο κρεβάτι και θα έβαζα τριγύρω αναμμένα τούβλα. Αφού έτρωγα πρώτα, εν πάση περιπτώσει. Η εξωτερική ζεστασιά δεν είναι αρκετή χωρίς την εσωτερική. Θα φέρω κι άλλα τούβλα και θα βάλω και μερικά κάτω από τα πόδια σου ενώ θα παίρνεις το δείπνο σου. Το ίδιο θα κάνω και για τη Σιουάν Σεντάι, φυσικά. Α, αν ήμουν τόσο πεινασμένη όσο υποθέτω πως είσαι, θα είχα την τάση να καταπιώ το φαγητό με μεγάλες μπουκιές, αλλά θα πάθαινα στομαχόπονο». Σταματώντας για λίγο πλάι στον δίσκο, κοίταξε την Εγκουέν κι ένευσε ικανοποιημένη όταν η τελευταία τη διαβεβαίωσε πως δεν θα έτρωγε τόσο γρήγορα.
Δεν ήταν κι εύκολο να δώσει μια νηφάλια απάντηση. Η Τσέσα ανέκαθεν ήταν αναζωογονητική, αλλά μετά τα σημερινά η Εγκουέν γέλασε σχεδόν από ευχαρίστηση. Με την Τσέσα δεν υπήρχαν επιπλοκές. Δύο λευκές γαβάθες με βραστές φακές είχαν τοποθετηθεί πάνω στον δίσκο, μαζί με μια ψηλή κανάτα αρωματικό κρασί, δύο ασημένιες κούπες και δύο μεγάλα ρολά. Η γυναίκα ήξερε —άγνωστο πώς— ότι η Σιουάν θα έτρωγε μαζί της. Ατμοί αναδύονταν από τις γαβάθες και την κανάτα. Πόσο συχνά θα έπρεπε να αλλάζει τον δίσκο η Τσέσα, για να σιγουρευτεί πως η Εγκουέν δεν θα έμενε χωρίς ζεστό φαγητό; Απλή και διόλου περίπλοκη. Περιποιητική σαν μάνα. Ή σαν φίλη.
«Δεν νομίζω πως είμαι έτοιμη ακόμα για ύπνο, Τσέσα. Έχουμε δουλειά απόψε. Μας αφήνεις μόνες, σε παρακαλώ;»
Η Σιουάν κούνησε το κεφάλι της καθώς η υφασμάτινη είσοδος έπεσε πίσω από τη στρουμπουλή γυναίκα. «Είσαι σίγουρη πως δεν σε υπηρετεί από μωρό στην κούνια;» μουρμούρισε.
Παίρνοντας στα χέρια της μια γαβάθα, ένα ρολό κι ένα κουτάλι, η Εγκουέν κάθισε σε μια καρέκλα αναστενάζοντας. Αγκάλιασε την Πηγή και δημιούργησε ένα ξόρκι γύρω από τη σκηνή για να αποτρέψει το κρυφάκουσμα. Δυστυχώς, το σαϊντάρ την έκανε να αντιλαμβάνεται όλο και πιο έντονα τα μισοπαγωμένα χέρια και πόδια της. Οι ενδιάμεσες μπουκιές δεν την έκαναν να αισθανθεί περισσότερη ζεστασιά. Η γαβάθα ήταν σχεδόν καυτή στην αφή, το ίδιο και τα ρολά. Ω, πόσο θα ήθελε να έχει κοντά της αυτά τα ζεστά τούβλα.
«Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;» ρώτησε, καταπίνοντας γοργά μια κουταλιά με βραστό κρέας. Λιμοκτονούσε, πράγμα διόλου παράξενο με το υποτυπώδες πρωινό που είχε φάει, και μάλιστα νωρίς το πρωί. Οι φακές και τα γλυκόπικρα καρότα είχαν τη γεύση των καλύτερων φαγητών που έφτιαχνε η μητέρα της. «Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι. Εσύ;»
«Ό,τι μπορούσε να γίνει, έγινε. Δεν υπάρχει κάτι άλλο, εκτός αν ο Δημιουργός βάλει το χέρι του». Η Σιουάν πήρε στα χέρια της την άλλη γαβάθα και κάθισε στο χαμηλό σκαμνί κοιτώντας αφηρημένη τις φακές με το βραστό κρέας κι ανακατεύοντάς τες με το κουτάλι. «Δεν θα του το έλεγες, έτσι;» ρώτησε τελικά. «Δεν θα το άντεχα αν το μάθαινε».
«Γιατί όχι;»
«Θα αποκτούσε το πλεονέκτημα», αποκρίθηκε δυσοίωνα η Σιουάν. «Μπα, όχι. Δεν το νομίζω». Ήταν πολύ σεμνότυφη σε μερικά θέματα. «Πάντως, θα μου έκανε τη ζωή Χάσμα του Χαμού!» Άραγε, ήταν καλύτερο να του πλένει τα εσώρουχα και να του γυαλίζει τις μπότες και τη σέλα κάθε μέρα;
Η Εγκουέν αναστέναξε. Πώς ήταν δυνατόν αυτή η συνετή, ευφυής κι ικανή γυναίκα να ξεμυαλίζεται τόσο πολύ από το συγκεκριμένο ζήτημα; Μια εικόνα ξεπήδησε στο μυαλό της σαν οχιά που συρίζει. Η ίδια να κάθεται στα γόνατα του Γκάγουιν και να τον φιλά παιχνιδιάρικα. Και, μάλιστα, μέσα σε μια ταβέρνα! Αποφασιστικά, έσβησε την εικόνα από το μυαλό της. «Σιουάν, χρειάζομαι την εμπειρία σου. Το μυαλό σου. Δεν θα το αντέξω να χαζέψεις εξαιτίας του Άρχοντα Μπράυν. Αν δεν μπορείς να συμμαζέψεις τον νου σου, θα του πληρώσω όσα του χρωστάς και θα σου απαγορέψω να τον ξαναδείς. Θα το κάνω».