Выбрать главу

«Είπα πως θα τον ξεπληρώσω με δουλειά», απάντησε πεισματικά η Σιουάν. «Έχω κι εγώ μια υπόληψη, όπως κι ο καταραμένος ο Άρχοντας Γκάρεθ Μπράυν! Και μεγαλύτερη, μάλιστα! Αφού κρατά τον λόγο του, θα κρατήσω κι εγώ τον δικό μου! Επιπλέον, η Μιν μού είπε πως πρέπει να παραμείνω όσο το δυνατόν πιο κοντά του, αλλιώς θα πεθάνουμε κι οι δύο. Ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων». Τα ροδαλά της μάγουλα την πρόδωσαν. Παρά την υπόληψη της, παρά την άποψη της ίδιας της Μιν, η γυναίκα αυτή ήταν πρόθυμη να κάνει τα πάντα για να βρίσκεται κοντά του!

«Πολύ καλά. Είσαι αποβλακωμένη, κι αν σου πω να μείνεις μακριά του, ή θα δείξεις ανυπακοή ή θα αποχαυνωθείς περισσότερο. Τι σκοπεύεις να κάνεις μαζί του;»

Συνοφρυωμένη και γεμάτη αγανάκτηση, η Σιουάν συνέχισε να γρυλίζει για λίγη ώρα ακόμα σχετικά με το τι θα ήθελε να κάνει στον καταραμένο τον Γκάρεθ Μπράυν. Απ’ όσα είπε, μάλλον τίποτα δεν θα του άρεσε. Από κάποια δε, μπορεί να μην επιβίωνε καν.

«Σιουάν», είπε προειδοποιητικά η Εγκουέν. «Αρνείσαι ακόμα μια φορά το προφανές και θα με αναγκάσεις και να του τα πω όλα και να του δώσω και τα χρήματα».

Η Σιουάν στραβομουτσούνιασε και σκυθρώπιασε. Στραβομουτσούνιασε! Και σκυθρώπιασε! Ποια, η Σιουάν! «Δεν έχω καιρό για έρωτες. Δεν έχω καν καιρό για να σκεφτώ αν συμφέρει να δουλεύω για σένα και για εκείνον. Ακόμα κι αν όλα πάνε καλά απόψε, θα με περιμένει διπλάσια δουλειά. Επιπλέον...» Χαμήλωσε τη ματιά της και μετακινήθηκε πάνω στο σκαμνί της. «Κι αν αυτός δεν... ανταποδώσει τα αισθήματά μου;» είπε ψιθυριστά. «Δεν επιχείρησε ποτέ ούτε να με φιλήσει. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι αν οι πουκαμίσες του είναι καθαρές».

Η Εγκουέν έξυσε με το κουτάλι το εσωτερικό της γαβάθας και παραξενεύτηκε όταν, ανασύροντας το, το βρήκε άδειο. Από το ρολό δεν είχε απομείνει τίποτα παρά μερικά ψίχουλα πάνω στο φόρεμά της. Μα το Φως, αισθανόταν ακόμη άδειο το στομάχι της. Κοίταξε όλο ελπίδα τη γαβάθα της Σιουάν· φαίνεται πως το μόνο που ενδιέφερε τη γυναίκα ήταν να κάνει κύκλους με το κουτάλι πάνω στις φακές.

Μια ξαφνική σκέψη ξεπήδησε στο μυαλό της. Γιατί ο Άρχοντας Μπράυν επέμενε να ξεπληρώσει η Σιουάν το χρέος της από τη στιγμή που είχε μάθει ποια ήταν; Επειδή απλώς είχε πει η ίδια ότι θα το κάνει; Πολύ παράλογη διευθέτηση, που την εξηγούσε μόνο το γεγονός ότι έτσι είχε κάθε δικαιολογία να την κρατά δίπλα του. Η αλήθεια ήταν πως κι η ίδια η Εγκουέν είχε αναρωτηθεί συχνά για ποιον λόγο ο Μπράυν συμφώνησε να αναδιοργανώσει το στράτευμα. Θα έπρεπε να έχει υπ’ όψιν του πως έτσι ήταν εξαιρετικά πιθανό να βάλει το κεφάλι του στον τάκο. Και για ποιον λόγο πρόσφερε αυτόν τον στρατό σ’ εκείνη, σε μια παιδούλα Άμερλιν δίχως καμιά πραγματική εξουσία κι, απ’ όσο γνώριζε κι ο ίδιος, δίχως φιλίες μεταξύ των αδελφών, εκτός από τη Σιουάν; Μήπως η απάντηση σε όλες αυτές τις ερωτήσεις ήταν ότι απλώς... κι εκείνος αγαπούσε τη Σιουάν; Όχι. Οι πιο πολλοί άντρες ήταν ασταθείς κι επιπόλαιοι, αλλά αυτό ήταν όντως παράλογο! Ωστόσο, της το πρότεινε, έστω και για να την κάνει να νιώσει κάπως καλύτερα. Για να χαμογελάσει το χειλάκι της.

Η Σιουάν ρουθούνισε δύσπιστα κι ο ήχος του ρουθουνίσματος ακούστηκε παράξενα προερχόμενος από ένα τόσο χαριτωμένο πρόσωπο, αλλά ήταν τόσο έντονος, που δεν σήκωνε αμφιβολίες. «Δεν είναι εντελώς βλάκας», απάντησε η γυναίκα ξερά. «Και μάλιστα, έχει μυαλό ξυράφι. Την περισσότερη ώρα σκέφτεται σαν γυναίκα».

«Ακόμα να σε ακούσω να λες πως θα σταθείς στο ύψος σου, Σιουάν», επέμεινε η Εγκουέν. «Πρέπει να το κάνεις, είτε έτσι είτε αλλιώς».

«Φυσικά και θα το κάνω. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Δεν είναι δα ότι δεν έχω φιλήσει ποτέ άντρα». Τα μάτια της στένεψαν ξαφνικά, λες και περίμενε κάποιου είδους πρόκληση εκ μέρους της Εγκουέν. «Δεν πέρασα όλη μου τη ζωή στον Πύργο. Τι γελοίο που είναι! Βρήκαμε την κατάλληλη νύχτα να κουτσομπολέψουμε για άντρες!» Έριξε μια ματιά στη γαβάθα της και φάνηκε να συνειδητοποιεί για πρώτη φορά πως περιείχε φαγητό. Γέμισε το κουτάλι της κι ένευσε κρατώντας το προς το μέρος της Εγκουέν. «Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτική στους υπολογισμούς σου, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αν η Ρομάντα ή η Λελαίν πάρουν τα ηνία στα χέρια τους, θα την έχεις άσχημα».

Γελοίο ή όχι, η όρεξη της Σιουάν φαίνεται πως είχε επανέλθει για τα καλά. Άρχισε να τρώει το βραστό κρέας με γοργότερους ρυθμούς από την Εγκουέν, χωρίς να της ξεφεύγει ψίχουλο. Η Εγκουέν αντιλήφθηκε πως είχε χώσει τα δάχτυλά της στο άδειο σκεύος. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να γλείψει τις τελευταίες λίγες φακές.