Выбрать главу

Η συζήτηση γύρω από το τι θα γινόταν απόψε δεν εξυπηρετούσε τίποτα. Είχαν περάσει τόσες πολλές φορές από κόσκινο το τι θα έλεγε η Εγκουέν και πότε που η ίδια είχε αρχίσει να εκπλήσσεται που δεν τα είχε ονειρευτεί όλα αυτά. Σίγουρα θα μπορούσε να παίξει το ρόλο της σε κατάσταση ύπνου. Η Σιουάν ούτως ή άλλως επέμενε —μάλιστα μέχρι του σημείου που δεν απείχε και πολύ από το να την επιπλήξει η Εγκουέν— αναμασώντας τα ίδια ξανά και ξανά, αναφέροντας πιθανά σενάρια που τα είχαν συζητήσει εκατό φορές. Παραδόξως, η Σιουάν είχε πολύ καλή διάθεση. Έκανε μάλιστα και λίγο χιούμορ, κάτι που δεν συνήθιζε τελευταία, αν κι ελαφρώς μαύρο.

«Ξέρεις πως η Ρομάντα ήθελε κάποτε να γίνει Άμερλιν;» τη ρώτησε κάποια στιγμή. «Άκουσα πως, τελικά, ήταν η Τάμρα εκείνη που κέρδισε το επιτραχήλιο και τη ράβδο, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση της Ρομάντα, σαν γλάρος με πετσοκομμένα τα φτερά της ουράς του. Θα στοιχημάτιζα ένα ασημένιο νόμισμα πως τα μάτια της θα είχαν γουρλώσει περισσότερο κι από της Λελαίν».

Κι αργότερα. «Μακάρι να μπορούσα να ήμουν παρούσα για να τις ακούω να ωρύονται. Έτσι κι αλλιώς, σύντομα όλο και κάποιος θα στριγκλίζει και προτιμώ να είναι αυτές παρά εμείς. Η φωνή μου δεν είναι κατάλληλη για τραγούδι». Ωστόσο, τραγούδησε ένα μικρό άσμα για μια κοπέλα που κοιτούσε ένα αγόρι στην απέναντι όχθη του ποταμού και δεν είχε βάρκα. Είχε δίκιο. Η φωνή της ήταν ευχάριστη από μια άποψη αλλά διόλου μελωδική.

Κι ακόμα αργότερα. «Τι καλά που έχω ένα τόσο χαριτωμένο προσωπάκι. Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά, θα μας ντύσουν σαν κούκλες και θα μας βάλουν σε ένα ράφι για να μας θαυμάζουν. Μπορεί, βέβαια, να μας συμβούν και τίποτε “ατυχήματα”. Οι κούκλες σπάνε κι ο Γκάρεθ Μπράυν θα χρειαστεί να βρει κάποια άλλη για να φοβερίζει». Ξεκαρδίστηκε από τα γέλια με τα λόγια της.

Η Εγκουέν αισθάνθηκε ανακουφισμένη όταν στην υφασμάτινη είσοδο φάνηκε ένα εξόγκωμα προς την εσωτερική μεριά, πράγμα που υποδήλωνε κάποιον αρκετά συνετό ώστε να μην εισέλθει σε χώρο που προστατεύεται από ξόρκι. Από τη στιγμή εκείνη κι ύστερα, το χιούμορ της Σιουάν χάθηκε!

Δεν πρόλαβε καλά-καλά να απενεργοποιήσει το ξόρκι κι η Σέριαμ μπήκε μέσα, συνοδευόμενη από μια ριπή αέρα που έμοιαζε δέκα φορές πιο κρύος από πριν. «Ήρθε η ώρα, Μητέρα. Όλα είναι έτοιμα». Τα λοξά της μάτια είχαν γουρλώσει κι έγλειψε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της.

Η Σιουάν πήδηξε όρθια κι άδραξε τον μανδύα της από το ράντζο της Εγκουέν, αν και δίστασε κάπως πριν τον ρίξει πάνω στους ώμους της. «Όντως έχω πλεύσει στα Δάχτυλα του Δράκοντα μέσα στη νύχτα, ξέρεις», είπε σοβαρά. «Μια φορά, μάλιστα, πιάσαμε και μια σκορπίνα με τον πατέρα μου. Δεν είναι δύσκολο».

Η Σέριαμ συνοφρυώθηκε καθώς η Σιουάν έβγαινε από την είσοδο, αφήνοντας να μπει περισσότερο κρύο απ’ έξω. «Μερικές φορές σκέφτομαι πως...», άρχισε να λέει, αλλά άσχετα από το τι της ερχόταν στο μυαλό, δεν σήμαινε πως το μοιραζόταν εύκολα και με τους άλλους. «Γιατί τα κάνεις αυτά, Μητέρα;» ρώτησε, αντί να ολοκληρώσει την προηγούμενη σκέψη της. «Όλα αυτά, σήμερα στη λίμνη, το να καλέσεις σε συγκέντρωση την Αίθουσα απόψε. Γιατί μας έβαλες χτες να περάσουμε όλη τη μέρα συζητώντας για τον Λογκαίν με όποιον συναντούσαμε; Θαρρώ πως μπορείς να το μοιραστείς μαζί μου. Είμαι η Τηρήτριά σου και σου ορκίστηκα αφοσίωση».

«Θα σου πω μόνο όσα χρειάζεται να ξέρεις», είπε η Εγκουέν τυλίγοντας τον μανδύα γύρω από τους ώμους της. Δεν ήταν ανάγκη να εξηγήσει ότι μόλις και μετά βίας εμπιστευόταν έναν εξαναγκαστικό όρκο, ακόμα κι αν αυτός ανήκε σε αδελφή. Η δε Σέριαμ θα μπορούσε κάλλιστα να βρει έναν λόγο για να ψιθυρίσει μια λέξη σε λάθος αυτιά παρά τον όρκο. Σε τελική ανάλυση, οι Άες Σεντάι ειδικεύονταν στις υπεκφυγές όσων έλεγαν. Όχι ότι πίστευε πως κάτι τέτοιο θα γινόταν οπωσδήποτε αλλά, όπως ακριβώς και με τον Άρχοντα Μπράυν, δεν το διακινδύνευε, εκτός κι αν ήταν απαραίτητο.

«Πρέπει να σου αναφέρω», είπε πικρόχολα η Σέριαμ, «πως έχω την εντύπωση ότι από αύριο η Τηρήτρια των Χρονικών θα είναι ή η Ρομάντα ή η Λελαίν, και θα μου επιβληθεί ποινή επειδή δεν προειδοποίησα την Αίθουσα. Νόμιζα ότι θα με ζήλευες».

Η Εγκουέν ένευσε καταφατικά. Πολύ πιθανόν. «Πάμε, λοιπόν;»

Ο ήλιος έφτιαχνε έναν πορφυρό θόλο πάνω από τις δεντροκορυφές, στη δύση κι ένα ζωηρό φως αντανακλούσε στο χιόνι. Οι υπηρέτες υποδέχτηκαν το πέρασμα της Εγκουέν κατά μήκος του βαθιού μονοπατιού με σιωπηλές υποκλίσεις και γονυπετήσεις. Οι εκφράσεις στα πρόσωπά τους ήταν ή ανήσυχες ή εντελώς κενές. Οι υπηρέτες επηρεάζονταν από τη διάθεση αυτών που υπηρετούν, το ίδιο γρήγορα με τους Προμάχους.