Выбрать главу

Αρχικά, δεν φαινόταν ούτε μια αδελφή, κι έπειτα όλες ήταν εκεί, σε μια μεγάλη μάζωξη γύρω από ένα κιόσκι που είχε στηθεί στο μοναδικό κι αρκετά ευρύχωρο μέρος του καταυλισμού που βρισκόταν σε ανοικτό χώρο, την περιοχή που χρησιμοποιούσαν οι αδελφές για να Γλιστρούν στους περιστερώνες του Σαλιντάρ και να Ταξιδεύουν πίσω, κουβαλώντας τις αναφορές από τους κατασκόπους. Ήταν ένα τεράστιο επιδιορθωμένο κομμάτι από βαρύ καναβάτσο, που δεν είχε ίχνος μπαλώματος στον εξαίσιο θόλο του που έβλεπε στη λίμνη, και που χρειάστηκε πολύ προσπάθεια για να το στήσουν. Τους τελευταίους δύο μήνες, η Αίθουσα είχε συνέλθει εκεί κάμποσες φορές —όπως το προηγούμενο πρωί— ή στριμώχνονταν σε κάποια από τις μεγαλύτερες σκηνές. Το κιόσκι στήθηκε δύο φορές όλες κι όλες από τότε που είχαν φύγει από το Σαλιντάρ. Και τις δύο χρησιμοποιήθηκε για δίκες.

Παρατηρώντας τη Σέριαμ και την Εγκουέν να πλησιάζουν, οι αδελφές που βρίσκονταν πίσω άρχισαν να μουρμουρίζουν σε όσες ήταν μπροστά, και σχηματίστηκε ένα άνοιγμα για να περάσουν. Ανέκφραστα βλέμματα παρατηρούσαν τις δύο γυναίκες, χωρίς να προδίδουν αν οι αδελφές γνώριζαν ή έστω υποπτεύονταν τι συνέβαινε, χωρίς να μαρτυρούν την παραμικρή ένδειξη των σκέψεών τους. Πεταλούδες αναδεύτηκαν στο στομάχι της Εγκουέν. Ένα μπουμπούκι. Ήρεμο.

Η Εγκουέν πάτησε πάνω στα απλωτά κιλίμια, υφασμένα έτσι ώστε να απεικονίζουν λουλούδια σε λαμπερά χρώματα και σε μια ντουζίνα διαφορετικά σχέδια, και κινήθηκε μέσα από τον δακτύλιο των μαγκαλιών που ήταν στημένα γύρω από την περιφέρεια του θόλου, ενώ η Σέριαμ άρχισε να μιλάει. «Έρχεται. Έρχεται...». Δεν ήταν παράξενο που ακουγόταν κάπως λιγότερο επιβλητική απ’ ό,τι συνήθως, ίσως και λίγο νευρική.

Οι στιλπνοί πάγκοι και τα καλυμμένα με ύφασμα κουτιά από τη λίμνη βγήκαν και πάλι στη χρήση. Έδιναν την εντύπωση μιας πιο έντονης τυπικότητας από εκείνο το ανάκατο συνονθύλευμα καθισμάτων που είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, έτσι όπως ήταν διατεταγμένα σε δύο λοξές σειρές των εννέα, ανά ομάδες των τριών. Πράσινα, Γκρίζα και Κίτρινα στη μια μεριά, Λευκά, Καφετιά και Μπλε στην άλλη. Στο πλατύ σημείο της απέναντι μεριάς, αρκετά μακριά από την Εγκουέν, στέκονταν το ραβδωτό κουτί κι ο πάγκος της Έδρας της Άμερλιν. Με το που θα καθόταν εκεί, θα γινόταν αμέσως το επίκεντρο, κι η εντύπωση πως θα είχε απέναντι της δεκαοκτώ άτομα θα ήταν εξαιρετικά έντονη. Επίσης, δεν είχε αλλάξει ρούχα. Κάθε Καθήμενη φορούσε ακόμα την επιδεικτική ενδυμασία με την οποία είχε εμφανιστεί στη λίμνη, έχοντας προσθέσει μονάχα το επώμιο. Ένα μπουμπούκι. Ήρεμο.

Ένας από τους πάγκους ήταν άδειος, αν και μονάχα για μια στιγμή. Η Ντελάνα ήρθε βιαστική καθώς η Σέριαμ τελείωνε τη λιτανεία. Μοιάζοντας λαχανιασμένη κι εκνευρισμένη, η Γκρίζα Καθήμενη σκαρφάλωσε στο κάθισμά της, ανάμεσα στη Βάριλιν και στην Κουαμέσα, δίχως τη συνηθισμένη της χάρη. Στο πρόσωπό της ήταν χαραγμένο ένα νοσηρό χαμόγελο κι έπαιζε νευρικά με τις κόκκινες σαν τη φωτιά χάντρες που ήταν περασμένες γύρω από τον λαιμό της. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως ήταν αυτή που δικαζόταν. Ήρεμα. Κανείς δεν δικαζόταν. Ακόμα, τουλάχιστον.

Η Εγκουέν προχώρησε με αργά βήματα πάνω στα χαλιά ανάμεσα στις δύο σειρές έχοντας τη Σέριαμ από κοντά, κι η Κουάνες σηκώθηκε. Το φως του σαϊντάρ έλαμψε ξαφνικά γύρω από τη σκουρόχρωμη και λυγερή γυναίκα, τη νεότερη από τις Καθήμενες. Απόψε, δεν θα τσιγκουνεύονταν τις τυπικότητες. «Ό,τι παρουσιάζεται μπροστά στην Αίθουσα του Πύργου, αφορά αποκλειστικά στην Αίθουσα», ανήγγειλε η Κουαμέσα. «Όποιος εισέρχεται απρόσκλητος, άντρας ή γυναίκα, μυημένος ή παρείσακτος, ανεξαρτήτως αν έρχεται ειρηνικά ή όχι, θα αναγκαστεί να υπακούσει στον νόμο. Μάθετε ότι όσα λέω είναι η αλήθεια και πάντα θα είναι».

Η στερεότυπη αυτή διατύπωση ήταν παλαιότερη από τον όρκο ενάντια στο ψεύδος, από την εποχή ακόμα που οι Άμερλιν πέθαιναν από δολοφονίες κι από διάφορα άλλα αίτια. Η Εγκουέν συνέχισε να περπατάει με μετρημένο βήμα. Χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ για να μην αγγίξει το επιτραχήλιο της ως υπενθύμιση. Πάσχισε να συγκεντρώσει το βλέμμα της στον πάγκο, μπροστά.

Η Κουαμέσα έκατσε ξανά στο κάθισμά της εξακολουθώντας να λάμπει από τη Δύναμη, κι από τις Λευκές η Αλέντριν σηκώθηκε όρθια, επίσης περιτριγυρισμένη από τη λάμψη. Με τα σκούρα χρυσαφιά της μαλλιά και με τα μεγάλα ανοιχτοκάστανα μάτια της ήταν αρκετά χαριτωμένη όταν χαμογελούσε, αλλά απόψε μια πέτρα ήταν πιότερο εκφραστική από εκείνη. «Υπάρχουν αδελφές σε απόσταση ακουστικού βεληνεκούς που δεν ανήκουν στην Αίθουσα», είπε με ψυχρή φωνή και με έντονη την Ταραμπονέζικη προφορά. «Όσα ελέχθησαν στην Αίθουσα του Πύργου αφορούν στην Αίθουσα και μόνο, εκτός κι αν η ίδια η Αίθουσα λάβει διαφορετική απόφαση. Θα απομονώσω το μέρος, έτσι ώστε να ακουγόμαστε μόνο μεταξύ μας». Κάθισε, υφαίνοντας ένα ξόρκι που περιέβαλλε ολόκληρο το κιόσκι. Οι αδελφές που βρίσκονταν έξω αναδεύτηκαν, παρακολουθώντας τώρα την Αίθουσα να συνεδριάζει σε απόλυτη σιωπή.