Ήταν παράξενο που τόσο πολλές από τις Καθήμενες εξαρτώνταν από την ηλικία, όταν η διάκριση με βάση αυτής θεωρούνταν σχεδόν ανάθεμα ανάμεσα στις υπόλοιπες Άες Σεντάι. Άραγε, μήπως η Σιουάν είχε διακρίνει κάποιο σχήμα στις ηλικίες των Καθήμενων; Όχι. Συγκεντρώσου. Ηρέμησε και συγκεντρώσου.
Αδράχνοντας τις άκρες από τον μανδύα της, η Εγκουέν ανέβηκε στο κουτί με τις ζωηρές λωρίδες και στράφηκε να κοιτάξει. Η Λελαίν είχε ήδη σηκωθεί όρθια, με το επώμιο με τα γαλάζια κρόσσια τυλιγμένο γύρω από τα μπράτσα της, κι η Ρομάντα ήταν έτοιμη να σηκωθεί κι αυτή, δίχως καν να περιμένει την Εγκουέν να κάτσει. Δεν τολμούσε να αναλάβει πρωτοβουλία. «Επιθυμώ να απευθύνω μια ερώτηση προς την Αίθουσα», είπε με δυνατή και σταθερή φωνή. «Ποιος διαθέτει την τόλμη να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της σφετερίστριας Ελάιντα ντο Αβρινύ α’Ρόιχαν;»
Κι ύστερα κάθισε, πετώντας τον μανδύα της κι αφήνοντάς τον να πέσει κατά μήκος του πάγκου. Δίπλα της, πάνω στα κιλίμια, στεκόταν η Σέριαμ, ψυχρή και συγκεντρωμένη, βγάζοντας αμυδρούς ήχους που έμοιαζαν σχεδόν με κλαψούρισμα. Η Εγκουέν δεν πίστευε ότι την είχε ακούσει κανείς. Έτσι ήλπιζε, δηλαδή.
Ακολούθησε μια σύντομη στιγμή, όπου όλες οι γυναίκες έμοιαζαν σοκαρισμένες και μαρμαρωμένες πάνω στα καθίσματά τους, κοιτώντας τη γεμάτες έκπληξη. Ίσως επειδή είχε κάνει ειδικά αυτήν την ερώτηση. Κανείς δεν υπέβαλλε ερωτήσεις στην Αίθουσα πριν τις εκφράσει στις Καθήμενες. Απλώς δεν γινόταν, τόσο για λόγους πρακτικούς όσο και παραδοσιακούς.
Τελικά, η Λελαίν μίλησε. «Δεν κηρύσσουμε πόλεμο σε μεμονωμένα άτομα», είπε με στεγνή φωνή. «Ούτε καν σε προδότες, όπως η Ελάιντα. Όπως και να έχει, προτείνω η ερώτηση να μπει στο ράφι, μια κι υπάρχουν σπουδαιότερα και πιο άμεσα ζητήματα». Είχε όλο τον χρόνο της επιστροφής στη διάθεσή της για να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Το πρόσωπό της ήταν απλώς σκληρό τώρα, όχι βίαιο. Ισιώνοντας τη φούστα με το γαλάζιο σκίσιμο με έναν τρόπο σαν να έκανε πέρα την Ελάιντα —ή, ίσως, και την Εγκουέν— έστρεψε την προσοχή της στις υπόλοιπες Καθήμενες. «Ο λόγος που συγκαλέσαμε συμβούλιο απόψε είναι... Ήμουν έτοιμη να πω “απλός”, μα άλλαξα γνώμη. Να ανοίξουμε τα βιβλία των μαθητευομένων; Θα βρεθούν γιαγιάδες που θα εκλιπαρούν για να περάσουν τη δοκιμασία. Για να παραμείνουμε εδώ έναν μήνα; Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να απαριθμήσω τις δυσκολίες, ξεκινώντας από το ότι θα ξοδεύαμε το μισό μας χρυσάφι δίχως να προσεγγίσουμε ούτε κατά μία σπιθαμή την Ταρ Βάλον. Όσο για το ότι δεν θα διασχίσουμε το Άντορ...»
«Η αδελφή μου η Λελαίν, μέσα στο άγχος της, ξέχασε ποια έχει δικαίωμα να μιλήσει πρώτη», τη διέκοψε ευγενικά η Ρομάντα. Το χαμόγελο της κατάφερε να κάνει τη Λελαίν να μοιάζει χαρούμενη. Ωστόσο, τακτοποίησε με την άνεση της το επώμιο όπως ακριβώς ήθελε, λες κι είχε όλο τον χρόνο στη διάθεσή της. «Έχω δύο ερωτήσεις να υποβάλω στην Αίθουσα, κι η δεύτερη αφορά στα θέματα που έθιξε η Λελαίν. Η πρώτη όμως, δυστυχώς, έχει να κάνει με την καταλληλότητα της Λελαίν να συνεχίσει να συμμετέχει στην Αίθουσα». Το χαμόγελο της πλάτυνε χωρίς να γίνει ούτε στο ελάχιστο πιο ζεστό. Η Λελαίν κάθισε κάτω αργά, με έκδηλο την κατήφεια στο πρόσωπό της.
«Η ερώτηση σχετικά με τον ενδεχόμενο πόλεμο δεν μπορεί να μπει στο ράφι», είπε η Εγκουέν με πομπώδη φωνή. «Πρέπει να απαντηθεί πριν από οποιαδήποτε άλλη. Έτσι επιτάσσει ο νόμος».
Οι Καθήμενες αντάλλαξαν αστραπιαίες ματιές, γεμάτες απορία.
«Ισχύει αυτό;» είπε τελικά η Τζάνυα. Μισόκλεισε τα μάτια της, σκεφτική, και γύρισε για να απευθυνθεί στη γυναίκα που καθόταν πλάι της. «Τακίμα, εσύ δεν ξεχνάς ό,τι διαβάζεις, και σε θυμάμαι που είπες ότι έχεις διαβάσει τον Νόμο του Πολέμου. Είναι όπως τα λέει;»
Η Εγκουέν κράτησε την ανάσα της. Ο Λευκός Πύργος είχε στείλει στρατιώτες σε διάφορους πολέμους τα τελευταία χίλια χρόνια, αλλά πάντα ως ανταπόκριση σε έκκληση βοήθειας εκ μέρους τουλάχιστον δύο θρόνων, και πάντα επρόκειτο για πολέμους που αφορούσαν στους ίδιους κι όχι στον Πύργο. Η τελευταία φορά που ο Πύργος είχε κηρύξει πόλεμο ήταν εναντίον του Άρτουρ του Γερακόφτερου. Η Σιουάν έλεγε πως ελάχιστοι βιβλιοθηκάριοι γνώριζαν κάτι παραπάνω από το ότι πράγματι υπήρχε ο Νόμος του Πολέμου.