Выбрать главу

Κοντή, με μακριά μαύρα μαλλιά που της έφταναν έως τη μέση και με επιδερμίδα στο χρώμα πολυκαιρισμένου φιλντισιού, η Τακίμα θύμιζε πουλί, έτσι που έγερνε το κεφάλι της σκεφτική. Τώρα, ωστόσο, έμοιαζε περισσότερο με πουλί έτοιμο να πετάξει μακριά, όπως κουνιόταν πάνω στο κάθισμά της, τακτοποιώντας το επώμιο της κι ισιώνοντας —αν και χωρίς λόγο— το καπέλο με τα μαργαριτάρια και τα ζαφείρια. «Έτσι είναι», είπε τελικά, σφίγγοντας το στόμα της.

Η Εγκουέν ανάσανε ξανά.

«Φαίνεται», είπε η Ρομάντα μασώντας τα λόγια της, «πως η Σιουάν Σάντσε σε δίδαξε καλά, Μητέρα. Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζεις την κήρυξη πολέμου; Και, μάλιστα, ενάντια σε μία γυναίκα;» Φαινόταν σαν να προσπαθούσε να διώξει από μπροστά της κάτι δυσάρεστο, και κάθισε βαριά στο κάθισμά της περιμένοντας να απαλλαγεί από αυτό.

Η Εγκουέν ένευσε με μεγαλοπρέπεια και σηκώθηκε. Κοίταξε κατάματα και με βλέμμα σταθερό τις Καθήμενες μία προς μία. Η Τακίμα απέφυγε τη ματιά της. Μα το Φως, αυτή η γυναίκα γνώριζε, αλλά δεν είπε τίποτα! Θα παρέμενε για αρκετή ώρα σιωπηλή, άραγε; Ήταν πια πολύ αργά για να αλλάξει τα σχέδιά της.

«Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωπες με έναν στρατό οι ηγέτες του οποίου μάς αμφισβητούν. Ειδάλλως, αυτός ο στρατός δεν θα βρισκόταν εκεί». Η Εγκουέν πάσχιζε να βάλει πάθος στη φωνή της, να ξεσπάσει, αλλά η Σιουάν την είχε συμβουλέψει να φερθεί απολύτως ψυχρά, κι η ίδια τελικά συμφώνησε. Ήταν απαραίτητο να αντικρίσουν μια γυναίκα γεμάτη αυτοέλεγχο, όχι ένα κοριτσάκι έρμαιο του ενθουσιασμού του. Τα λόγια, ωστόσο, βγήκαν κατευθείαν από την καρδιά της. «Ακούσατε την Αραθέλε να λέει πως δεν επιθυμεί να ανακατευτεί με τις υποθέσεις των Άες Σεντάι. Από την άλλη, δεν δίστασαν να φέρουν στρατό στο Μουράντυ και να μπουν στον δρόμο μας. Κι αυτό, επειδή δεν είναι σίγουροι ούτε για το ποιοι είμαστε ούτε τι πάμε να σκαρώσουμε. Διαισθάνεται καμιά ανάμεσά σας ότι πιστεύουν πως είστε Καθήμενες;» Η Μάλιντ, με το στρουμπουλό πρόσωπο και το αδυσώπητο βλέμμα, μετακινήθηκε πάνω στον πάγκο της ανάμεσα στις Πράσινες, όπως κι η Σαλίτα, η οποία τράβηξε απότομα το επώμιο με τα κίτρινα κρόσσια, παρ’ όλο που το σκοτεινό της πρόσωπο παρέμενε ανέκφραστο. Η Μπεράνα, μία ακόμα Καθήμενη που είχε εκλεγεί στο Σαλιντάρ, σκυθρώπιασε και παρέμεινε σκεφτική. Η Εγκουέν δεν εξέλαβε πως η αντίδραση αυτή οφειλόταν στο ότι είχαν απέναντι τους μία Άμερλιν. Αν αυτή η σκέψη δεν υπήρχε ήδη στο μυαλό τους, θα προτιμούσε να μην τους την υποβάλει η ίδια.

«Έχουμε συντάξει κατάλογο με τα εγκλήματα της Ελάιντα απέναντι σε πάρα πολλούς ευγενείς», συνέχισε. «Τους είπαμε πως σκοπεύουμε να την εκθρονίσουμε, αλλά αυτοί αμφιβάλλουν. Πιστεύουν πως υπάρχει μια περίπτωση —ίσως— να είμαστε αυτό που ισχυριζόμαστε. Μπορεί, όμως, τα λόγια μας να κρύβουν κάποια παγίδα. Ίσως να έχουμε σταλεί επίτηδες από την ίδια την Ελάιντα, η οποία εξυφαίνει κάποιο περίπλοκο σχέδιο. Η αμφιβολία μπερδεύει τους ανθρώπους. Η αμφιβολία είναι αυτή που κάνει τον Πέλιβαρ και την Αραθέλε να έχουν τα κότσια να στέκονται μπροστά στις Άες Σεντάι και να λένε “Ως εδώ”. Ποιος άλλος θα εμπόδιζε την πορεία μας, ποιος θα επενέβαινε, παρά μόνο αν δεν ήταν σίγουρος για το ποιοι είμαστε, μια κι η αβεβαιότητα είναι αυτή που θολώνει τον νου των ανθρώπων και τους οδηγεί σε πράξεις απερισκεψίας; Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να εξαφανίσουμε αυτή τη σύγχυση. Όλα τα άλλα τα δοκιμάσαμε. Από τη στιγμή όμως που κηρύττουμε τον πόλεμο στην Ελάιντα, οι αμφιβολίες εξαφανίζονται. Δεν λέω πως η Αραθέλε, ο Πέλιβαρ ή η Ήμλυν θα αποτραβηχτούν αμέσως αλλά, αν μη τι άλλο, θα μάθουν όλοι ποιες είμαστε. Κανείς δεν θα τολμήσει πλέον να αμφιβάλλει τόσο ανοικτά όταν πείτε ότι ανήκετε στην Αίθουσα του Πύργου. Κανείς δεν θα τολμήσει να μας σταθεί εμπόδιο και να ανακατευτεί με τα ζητήματα του Πύργου λόγω αμφιβολιών κι άγνοιας. Φτάσαμε έως την πόρτα και πιάσαμε ήδη με τα χέρια μας το πόμολο. Αν φοβάστε να περάσετε το κατώφλι είναι σαν να προκαλείτε όλον τον κόσμο να πιστέψει πως δεν είστε παρά πιόνια της Ελάιντα».

Κάθισε μένοντας έκπληκτη από το πόσο ήρεμη ένιωθε. Πέρα από τις δύο σειρές των Καθημένων, οι αδελφές αναδεύτηκαν, τεντώνοντας τα κεφάλια τους για να δουν τι γίνεται. Φανταζόταν τα ευέξαπτα μουρμουρητά που το ξόρκι της Αλέντριν εμπόδιζε να περάσουν. Μακάρι η Τακίμα να κρατούσε το στόμα της κλειστό για κάμποσο ακόμα.

Η Ρομάντα γρύλισε ανυπόμονα κι ανακάθισε, ίσα-ίσα για να πει: «Πόσες τίθενται υπέρ της κήρυξης πολέμου ενάντια στην Ελάιντα;» Η ματιά της έπεσε πάνω στη Λελαίν και το ψυχρό αλλά κομψό χαμόγελο έκανε ξανά την εμφάνιση του. Το τι θεωρούσε η ίδια σημαντικό ήταν ολοφάνερο, αρκεί να τελείωναν με όλες αυτές τις ανοησίες.