Η Τζάνυα σηκώθηκε αμέσως και τα μακρόστενα καφετιά κρόσσια στο επώμιο της ταλαντεύτηκαν. «Είμαστε υπέρ», είπε. Υποτίθεται πως δεν έπρεπε να μιλήσει, αλλά το αποφασιστικό της σαγόνι και το κοφτερό της βλέμμα προκαλούσε οποιονδήποτε να της παραβγεί. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες δεν ήταν τόσο επιθετική, αλλά —ως συνήθως— τα λόγια βγήκαν βιαστικά από τα χείλη της. «Το να κάνουμε τον κόσμο να αλλάξει γνώμη δεν θα είναι πολύ πιο δύσκολο από αυτό. Λοιπόν; Δεν βλέπω γιατί πρέπει να περιμένουμε τόσο». Από την άλλη μεριά της Τακίμα, η Εσκαράλντε ένευσε καταφατικά και σηκώθηκε όρθια.
Την ίδια στιγμή αναπήδησε κι η Μόρια, κοιτώντας συνοφρυωμένη τη Λυρέλ, η οποία μάζεψε τη φούστα της σαν να ήθελε κι αυτή να σηκωθεί, ύστερα δίστασε και κοίταξε ερωτηματικά τη Λελαίν. Αυτή, με τη σειρά της, είχε κατσουφιάσει, αλλά κρατούσε το κεφάλι σκυμμένο, παρατηρώντας το χαλί, για να μην την προσέξει η Ρομάντα.
Ανάμεσα στις Πράσινες, η Σάμαλιν κι η Μάλιντ σηκώθηκαν ταυτόχρονα, κι η Φαϊζέλ κοίταξε ψηλά, ξαφνιασμένη. Ρωμαλέα και χαλκόχρωμη Ντομανή, η Φαϊζέλ δεν ήταν από αυτές που ξαφνιάζονται με το παραμικρό, αλλά τώρα έμοιαζε εμβρόντητη, με τα γουρλωτά μάτια πάνω στο τετραγωνισμένο της πρόσωπο να πετάγονται πότε στη Σάμαλιν και πότε στη Μάλιντ.
Η Σαλίτα σηκώθηκε, τακτοποιώντας προσεκτικά τα κίτρινα κρόσσια του επωμίου της κι αποφεύγοντας εξίσου προσεκτικά το άξαφνο συνοφρύωμα της Ρομάντα. Πρώτα η Κουαμέσα κι έπειτα η Αλέντριν σηκώθηκαν επίσης, τραβώντας την Μπεράνα από το μανίκι. Η Ντελάνα έκανε μια πλήρη περιστροφή πάνω στον πάγκο της, κοιτώντας προς τα έξω, στις αδελφές. Παρά τη σιωπή, η αναστάτωση των παρατηρητών ήταν έκδηλη από το διαρκές ανάδεμα, από τα τεντώματα των κεφαλιών κι από τα βλέμματα που εκτοξεύονταν προς το μέρος των Καθημένων. Η Ντελάνα σηκώθηκε αργά, έχοντας και τα δυο χέρια κολλημένα στη μέση, έτοιμη να ξεράσει επί τόπου. Η Τακίμα έκανε μια γκριμάτσα, κοιτώντας τα χέρια της πάνω στα γόνατά της. Η Σαρόγια περιεργάστηκε τις άλλες δύο Λευκές Καθήμενες τραβώντας τον λοβό του αυτιού της, όπως συνήθιζε να κάνει όταν συλλογιζόταν βαθιά. Καμιά άλλη, πάντως, δεν επιχείρησε να σηκωθεί.
Η Εγκουέν αισθάνθηκε τη χολή να ανεβαίνει στον λαιμό της. Δέκα. Μόλις δέκα. Κι ήταν τόσο σίγουρη. Ο Λογκαίν από μόνος του θα πρέπει να ήταν αρκετός, δεδομένης της άγνοιας περί νόμου. Από τη στιγμή που ο στρατός του Πέλιβαρ κι η Αραθέλε αρνούνταν να παραδεχτούν πως όντως ήταν Καθήμενες, το ηθικό τους θα πρέπει να είχε πέσει πολύ.
«Για την αγάπη του Φωτός!» ξέσπασε η Μόρια. Πέρασε μπροστά από τη Λυρέλ και τη Λελαίν κι ακούμπησε τις γροθιές της πάνω στους γοφούς της. Μπορεί ο λόγος της Τζάνυα να ήταν ενάντια στο έθιμο, αλλά αυτό εδώ παραπήγαινε. Οι εκφάνσεις θυμού απαγορεύονταν αυστηρά στην Αίθουσα, αλλά τα μάτια της Μόρια ήταν πυρακτωμένα κι η Ιλιανή προφορά της έντονη όσο ποτέ άλλοτε. «Γιατί περιμένετε; Η Ελάιντα έκλεψε τόσο το επιτραχήλιο όσο και τη ράβδο! Το Άτζα της Ελάιντα ήταν αυτό που έκανε τον Λογκαίν ψεύτικο Δράκοντα, και το Φως μόνο ξέρει πόσους άλλους άντρες ακόμα! Δεν υπήρξε ποτέ γυναίκα στην ιστορία του Πύργου που να άξιζε τόσο πολύ μια κήρυξη πολέμου! Ή, λοιπόν, θα ψηφίσετε υπέρ ή θα σιωπήσετε παντελώς για την απόφαση σας να την εκθρονίσετε!»
Η Λελαίν δεν την κοιτούσε καν, αλλά από την έκφραση της θα σκεφτόταν κανείς πως της είχε επιτεθεί σπουργίτι. «Δεν αξίζει τον κόπο να ψηφίσουμε, Μόρια», είπε με σφικτή φωνή. «Το θέμα της ευπρέπειας θα το συζητήσουμε αργότερα, μεταξύ μας. Ωστόσο, αν έχεις τόσο μεγάλη ανάγκη μια επίδειξη αποφασιστικότητας...» Ρουθούνισε άγρια και σηκώθηκε τινάζοντας τόσο απότομα το κεφάλι της, που η Λυρέλ πήδηξε όρθια λες κι ήταν ανδρείκελο που του τράβηξαν τα σχοινιά. Φάνηκε να εκπλήσσεται που η Φαϊζέλ κι η Τακίμα δεν σηκώθηκαν κι αυτές.
Αντί να σηκωθεί όρθια, η Τακίμα γρύλισε σαν να τη χτύπησαν. Με τη δυσπιστία έκδηλη στο πρόσωπό της, διέτρεξε με τη ματιά της τις γυναίκες που ήταν ήδη όρθιες, πιθανότατα μετρώντας τες. Κι ύστερα, το έκανε για δεύτερη φορά. Ποια, η Τακίμα, που θυμόταν τα πάντα με την πρώτη.
Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης. Έγινε. Σχεδόν δεν πίστευε στα μάτια της. Μια στιγμή αργότερα, καθάρισε τον λαιμό της κι η Σέριαμ αναπήδησε.
Η Τηρήτρια, με τα μεγάλα σαν κούπες τσαγιού πράσινα μάτια της, καθάρισε κι αυτή τον λαιμό της. «Βάσει της ελάσσονος συναινέσεως, κηρύσσουμε πόλεμο ενάντια στην Ελάιντα ντο Αβρινύ α’Ρόιχαν». Η φωνή της δεν ήταν και τόσο σταθερή, αλλά επαρκούσε για την περίσταση. «Για το συμφέρον της ενότητας, ζητώ κι από τη μείζονα συναίνεση να στηρίξει την απόφασή μας».
Η Φαϊζέλ μισοκουνήθηκε κι έσφιξε τα χέρια της πάνω στα γόνατά της. Η Σαρόγια άνοιξε το στόμα της, αλλά το ξαναέκλεισε δίχως να μιλήσει, με το πρόσωπό της ταραγμένο. Καμιά άλλη δεν αναδεύτηκε.