«Δεν θα την έχεις», είπε ξερά η Ρομάντα. Ο σαρκασμός που απευθυνόταν στη Λελαίν από την άλλη άκρη του κιοσκιού δεν διέφερε από το να δήλωνε ξεκάθαρα ότι η ίδια, τουλάχιστον, δεν επρόκειτο να ψηφίσει υπέρ. «Τώρα που τελειώσαμε με τις μικροδουλειές, ας προχωρήσουμε με...»
«Δεν το νομίζω», τη διέκοψε η Εγκουέν. «Τακίμα, τι λέει ο Νόμος του Πολέμου σχετικά με την Έδρα της Άμερλιν;» Η Ρομάντα έμεινε με το στόμα να κρέμεται ανοικτό.
Τα χείλη της Τακίμα συσπάστηκαν. Η μικροκαμωμένη Καφετιά έμοιαζε περισσότερο από ποτέ με πουλί έτοιμο να πετάξει μακριά. «Ο Νόμος...», άρχισε να λέει, αλλά πήρε μια βαθιά ανάσα και στάθηκε όρθια. «Ο Νόμος του Πολέμου αναφέρει “Όπως ακριβώς ένα ζευγάρι χέρια κραδαίνουν το σπαθί, έτσι κι η Έδρα της Άμερλιν είναι θεσπισμένη να κατευθύνει και να καθοδηγεί έναν πόλεμο. Μπορεί να ζητήσει τη συμβουλή της Αίθουσας του Πύργου, αλλά η Αίθουσα είναι υποχρεωμένη να υλοποιήσει τις αποφάσεις της το συντομότερο δυνατόν, και για το συμφέρον της ενότητας θα πρέπει...”» Κόμπιασε κάπως και συνέχισε με ολοφάνερο εξαναγκασμό, «“...θα πρέπει να αποδεχθεί την οποιαδήποτε απόφαση της Έδρας της Άμερλιν αναφορικά με τη διεκπεραίωση του πολέμου με τη μείζονα συναίνεση”».
Ακολούθησε σιωπή για κάμποση ώρα. Όλα τα μάτια ήταν γουρλωμένα. Στρέφοντας απότομα το κεφάλι της, η Ντελάνα έκανε εμετό πάνω στα κιλίμια, πίσω από τον πάγκο της. Η Κουαμέσα κι η Σαλίτα κατέβηκαν και κίνησαν προς το μέρος της, αλλά εκείνη τους έκανε νόημα να φύγουν τραβώντας ένα μαντίλι από το μανίκι της για να σκουπίσει το στόμα της. Η Μάγκλα, η Σαρόγια και κάμποσες ακόμα παρέμειναν καθιστές, έτοιμες λες να ακολουθήσουν το παράδειγμά της, αν και καμία άλλη απ’ όσες είχαν εκλεγεί στο Σαλιντάρ δεν έδειχνε παρόμοια διάθεση. Η Ρομάντα έμοιαζε έτοιμη να δαγκώσει τα νύχια της.
«Πολύ έξυπνο», είπε τελικά η Λελαίν με έναν κοφτό τόνο στη φωνή της κι, ύστερα από μια εσκεμμένη παύση, πρόσθεσε: «Μητέρα. Θα μας πεις, λοιπόν, τι σε προτρέπει να κάνεις η απέραντη σοφία λόγω της τεράστιας πείρας σου; Σχετικά με τον πόλεμο, εννοώ. Για να το ξεκαθαρίσω, δηλαδή».
«Επίτρεψέ μου να καταστώ σαφής», αποκρίθηκε παγερά η Εγκουέν. Έγειρε μπροστά και κάρφωσε σταθερά με τη ματιά της τη Γαλάζια Καθήμενη. «Απαιτείται να υπάρχει ένας δέων σεβασμός απέναντι στην Έδρα της Άμερλιν, κι από τούδε και στο εξής θα τον έχω, κόρη. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να σε καθαιρέσω και να σου επιβάλω τιμωρία». Τα μάτια της Λελαίν ολοένα και γούρλωναν από την έκπληξη. Μήπως αυτή η γυναίκα πίστευε όντως πως όλα θα ήταν όπως πριν; Ή, μήπως, επειδή μέχρι τώρα δεν είχε δείξει χαρακτήρα η Λελαίν, νόμιζε πως δεν διέθετε; Η Εγκουέν στην πραγματικότητα δεν ήθελε να την καθαιρέσει. Οι Γαλάζιες θα την επανέφεραν σχεδόν σίγουρα κι έπειτα θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με την Αίθουσα σε θέματα που δύσκολα θα μπορούσε να καλύψει κάτω από το πρόσχημα του πολέμου ενάντια στην Ελάιντα.
Με την άκρη του ματιού της πρόσεξε ένα χαμόγελο να χαράσσεται στα χείλη της Ρομάντα με το που η τελευταία είδε τη Λελαίν να κάθεται. Μικρό το κέρδος αν το μόνο που κατάφερε ήταν να ξεσηκωθούν οι δικές της. «Αυτό ισχύει για όλες, Ρομάντα», είπε. «Εν ανάγκη, η Τιάνα μπορεί να βρει δύο μαστίγια αντί για ένα». Το χαμόγελο της Ρομάντα χάθηκε αστραπιαία.
«Μπορώ να μιλήσω, Μητέρα;» ρώτησε η Τακίμα καθώς σηκωνόταν αργά. Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά εξακολουθούσε να φαίνεται απελπιστικά αδιάθετη. «Προσωπικά, νομίζω πως έκανες καλή αρχή. Ίσως υπάρξουν αρκετά πλεονεκτήματα αν μείνουμε εδώ έναν μήνα ή και περισσότερο». Το κεφάλι της Ρομάντα στράφηκε να την κοιτάξει, αλλά για πρώτη φορά η Τακίμα δεν φάνηκε να την προσέχει. «Αν περάσουμε εδώ τον χειμώνα, θα αποφύγουμε την επιδείνωση του καιρού προς Βορρά κι επιπλέον θα μπορέσουμε να σχεδιάσουμε προσεκτικά...»
«Οι καθυστερήσεις πρέπει να παίρνουν κάποτε τέλος, κόρη», την έκοψε η Εγκουέν. «Πρέπει να πάψουμε πια να σερνόμαστε». Άραγε, ήταν μια υποψήφια Γκέρα ή μια άλλη Σέιν; Οι πιθανότητες ήταν ίδιες και για τις δύο. «Σε ένα μήνα, θα Ταξιδέψουμε από δω». Όχι. Ήταν η Εγκουέν αλ’Βερ κι ό,τι κι αν έλεγαν οι μυστικές ιστορίες σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, το Φως μόνο ήξερε ότι της ανήκαν, ότι δεν μιμούνταν κάποια άλλη γυναίκα. «Σε έναν μήνα από τώρα θα αρχίσει η πολιορκία της Ταρ Βάλον».
Αυτή τη φορά, η σιωπή έσπασε μόνο από τον ήχο των λυγμών της Τακίμα.
20
Προς το Άντορ
Η Ηλαίην ήλπιζε πως το ταξίδι προς το Κάεμλυν θα εξελισσόταν ομαλά, και στην αρχή κάπως έτσι έμοιαζε. Το σκεφτόταν καθώς η ίδια, η Αβιέντα κι η Μπιργκίτε κάθονταν εξουθενωμένες και τυλιγμένες στα κουρέλια που κάποτε ήταν τα ρούχα τους, λερωμένες από τη σκόνη, τη βρωμιά και το αίμα από τις πληγές που είχαν επάνω τους όταν ανατινάχτηκε η πύλη. Το αργότερο σε δύο βδομάδες θα ήταν έτοιμη να διεκδικήσει τον Θρόνο του Λιονταριού. Εκεί πάνω, στη λοφοκορυφή, η Νυνάβε είχε Θεραπεύσει τις πολυάριθμες πληγές τους χωρίς να πει λέξη και χωρίς να τις μαλώσει. Σίγουρο αυτό ήταν ευχάριστο σημάδι, αν κι ασυνήθιστο. Η ανακούφιση που τις βρήκαν ζωντανές εναλλασσόταν με την έγνοια στο πρόσωπό της.