Выбрать главу

Η δύναμη του Λαν στάθηκε αναγκαία για να βγάλουν το βέλος της βαλλίστρας των Σωντσάν που είχε καρφωθεί στον μηρό της Μπιργκίτε, πριν ακόμα της Θεραπεύσουν την πληγή, αλλά παρ’ όλο που το αίμα είχε στραγγιστεί από το πρόσωπό της κι η Ηλαίην ένιωσε μια σουβλιά αγωνίας να διαπερνά τον δεσμό, κάτι σαν οδύνη που την έκανε να θέλει να κλάψει, η Πρόμαχός της ούτε καν γόγγυσε μέσα από τα σφιγμένα της δόντια.

«Ταϊ’σαρ Κάντορ», μουρμούρισε ο Λαν, πετώντας στο έδαφος το βέλος με την αιχμή ακοντίου, προορισμένο να διαπερνά πανοπλίες. Αληθινό αίμα του Κάντορ. Η Μπιργκίτε βλεφάρισε κι ο άντρας δίστασε για λίγο. «Συγχώρεσέ με, αν έκανα λάθος. Από τη φορεσιά σου συμπέρανα πως είσαι Καντορινή».

«Α, ναι», απάντησε η Μπιργκίτε λαχανιασμένη. «Καντορινή». Το αρρωστημένο της μειδίαμα θα μπορούσε να προέρχεται κι από τις πληγές της. Η Νυνάβε φώναζε ανυπόμονα στον Λαν να παραμερίσει, έτσι ώστε να μπορέσει να ακουμπήσει τα χέρια της επάνω στη γυναίκα. Η Ηλαίην ήλπιζε να γνώριζε περισσότερα για το Κάντορ από μια απλή ονομασία και μόνο. Την τελευταία φορά που είχε γεννηθεί η Μπιργκίτε, το Κάντορ δεν υπήρχε. Θα μπορούσε κάλλιστα να το εκλάβει ως οιωνό.

Στα πέντε τελευταία μίλια πριν φτάσουν στο μικρό αρχοντικό με την οροφή από σχιστόλιθο, η Μπιργκίτε ίππευε πίσω από τη Νυνάβε πάνω στην ανθεκτική καφετιά φοράδα της —ονόματι, αν είναι δυνατόν, Ερωτόδεσμος— ενώ η Ηλαίην με την Αβιέντα είχαν καβαλήσει τον ψηλό μαύρο επιβήτορα του Λαν. Ή, τουλάχιστον, η Ηλαίην καθόταν πάνω στη σέλα του Μαντάρμπ με τα μπράτσα της Αβιέντα τυλιγμένα γύρω από τη μέση της, κι ο Λαν καθοδηγούσε το ζώο με την πύρινη ματιά. Τα εκπαιδευμένα πολεμικά άλογα θεωρούνταν όπλα αντίστοιχα σχεδόν με ένα σπαθί, επικίνδυνα άτια για παράξενους αναβάτες. Να είσαι πάντα σίγουρη για τον εαυτό σου, κορίτσι μου, της έλεγε η Λίνι, αλλά όχι τελείως σίγουρη. Κι αυτή, πράγματι, προσπαθούσε. Έπρεπε να είχε συνειδητοποιήσει πως τα γεγονότα δεν ήταν περισσότερο υπό τον έλεγχο της απ’ ό,τι τα ηνία του Μαντάρμπ.

Στο τριώροφο πέτρινο σπίτι, ο Αφέντης Χόρνγουελ, γκριζομάλλης κι εύσαρκος, κι η Κυρά Χόρνγουελ, ελαφρώς λιγότερο στρουμπουλή και γκριζομάλλα, αλλά κατά τ’ άλλα σχεδόν όμοια με τον σύζυγο της, κινητοποίησαν κάθε άτομο που εργαζόταν στο κτήμα. Η δε υπηρέτρια της Μέριλιλ, η Πολ, καθώς κι οι υπηρέτες με τις άσπρες και πράσινες λιβρέες που είχαν έρθει από το Παλάτι Τάρασιν πηγαινοέρχονταν ακατάπαυστα προκειμένου να βρουν καταλύματα για περισσότερους από διακόσιους ανθρώπους, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν γυναίκες, που εμφανίστηκαν από το πουθενά μόλις έπεσε το σκοτάδι. Έκαναν τις δουλειές τους με εκπληκτική γρηγοράδα, παρά το ότι σταματούσαν πού και πού για να κοιτάξουν σαν χαζοί το αγέραστο πρόσωπο κάποιας Άες Σεντάι ή τον ανακινούμενο μανδύα κάποιου Πρόμαχου, που έκανε μερικά σημεία του σώματος του να εξαφανίζονται, ή κάποια από τις Θαλασσινές με τα λαμπερά μετάξια, τα σκουλαρίκια, τους χαλκάδες στη μύτη και τα αλυσιδωτά μενταγιόν. Οι γυναίκες του Σογιού αποφάσισαν πως τώρα πια ήταν ασφαλές να φοβηθούν και να βάλουν τις φωνές, άσχετα από το τι τους είχε πει η Ρεάνε κι ο Πλεχτός Κύκλος. Οι Ανεμοσκόποι γρύλιζαν και γκρίνιαζαν, επειδή είχαν απομακρυνθεί πολύ από την αλμύρα της θάλασσας και μάλιστα ενάντια στη θέλησή τους, όπως ισχυριζόταν ζωηρά κι η Ρενάιλ ντιν Κάλον. Οι αριστοκράτισσες κι οι τεχνίτριες, που μετά χαράς θα έφευγαν μακριά από το Έμπου Νταρ, κουβαλώντας και τα υπάρχοντά τους στην πλάτη εν ανάγκη, δυσφορούσαν όταν τους έδειχνες μερικά δεμάτια σανού για κρεβάτι.

Αυτά συνέβαιναν όταν η Ηλαίην κι οι υπόλοιπες κατέφθασαν, τη στιγμή που ο ήλιος έβαφε κόκκινο τον δυτικό ορίζοντα. Αναταραχή και συνωστισμός επικρατούσε πέριξ του σπιτιού και στα γύρω οικήματα με τις καλαμένιες οροφές, αλλά η Άλις Τέντζαϊλ, που χαμογελούσε ευχάριστα, αμείλικτη σαν χιονοστιβάδα, έμοιαζε να τα έχει όλα υπό έλεγχο, περισσότερο κι από τους ικανότατους Χόρνγουελ. Γυναίκες του Σογιού που σπάραζαν στο κλάμα παρά τις προσπάθειες της Ρεάνε να τις παρηγορήσει, ένιωθαν τα δάκρυα τους να στεγνώνουν με έναν και μόνο ψίθυρο της Άλις, κι άρχιζαν να κινούνται με τον αποφασιστικό αέρα των γυναικών που εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους απέναντι σε έναν εχθρικό κόσμο επί πολλά χρόνια. Υπεροπτικές αρχόντισσες με γαμήλια μαχαίρια να ταλαντεύονται στα οβάλ και διακοσμημένα με δαντέλες εξογκώματα του μπούστου τους, καθώς και τεχνίτριες που επεδείκνυαν ανάλογη αλαζονεία και σχεδόν ανάλογο στήθος, αν όχι και μετάξια, μόρφασαν μόλις είδαν την Άλις να τις προσεγγίζει κι έτρεξαν βιαστικά στις ψηλές αποθήκες κρατώντας σφιχτά τα υπάρχοντά τους κι αναγγέλλοντας με δυνατή φωνή πως πάντα πίστευαν ότι θα είναι πολύ διασκεδαστικό να κοιμάσαι πάνω στα άχυρα. Ακόμα κι οι Ανεμοσκόποι, πολλές εκ των οποίων ήταν σπουδαίες και πανίσχυρες γυναίκες ανάμεσα στις Άθα’αν Μιέρε, κατέπνιξαν τα παράπονά τους μόλις είδαν την Άλις να πλησιάζει. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Σάριθα, η οποία στερούνταν της αγέραστης φυσιογνωμίας των Άες Σεντάι, λοξοκοιτούσε την Άλις κι άγγιξε το επώμιο με τα καφετιά κρόσσια σαν να ήθελε να υπενθυμίσει στον εαυτό της πως δεν το είχε χάσει. Η Μέριλιλ —η ατρόμητη Μέριλιλ— παρακολουθούσε τη γυναίκα να βηματίζει, με ένα μείγμα αποδοχής κι έκδηλου θαυμασμού να διαγράφεται στα χαρακτηριστικά της.