Ξεπεζεύοντας από τη σέλα της, στην μπροστινή πόρτα του σπιτιού, η Νυνάβε αγριοκοίταξε την Άλις, τράβηξε τη μαύρη πλεξούδα της με μια υπολογισμένη κίνηση, την οποία η άλλη γυναίκα ήταν πολύ απασχολημένη για να προσέξει, και μπήκε με αγέρωχο βήμα στο εσωτερικό, βγάζοντας τα μπλε γάντια ιππασίας και μουρμουρώντας κάτι στον εαυτό της. Παρακολουθώντας τη να απομακρύνεται, ο Λαν χαχάνισε μαλακά, αλλά κατέπνιξε το γέλιο αμέσως μόλις είδε την Ηλαίην να ξεπεζεύει. Μα το Φως, πόσο ψυχρά ήταν τα μάτια του! Για το καλό της Νυνάβε, ήλπιζε πως ο άντρας θα γλίτωνε από τη μοίρα του, κοιτώντας όμως αυτά τα μάτια έπαψε να το πιστεύει.
«Πού είναι η Ισπάν;» μουρμούρισε, βοηθώντας την Αβιέντα να ξεπεζέψει. Ήταν τόσο πολλές οι γυναίκες που γνώριζαν πως μία Άες Σεντάι —μια Μαύρη αδελφή— κρατούνταν αιχμάλωτη, ώστε τα νέα απλώθηκαν απ’ άκρη σ’ άκρη στο κτήμα σαν φωτιά σε ξερό γρασίδι, αλλά θα ήταν καλύτερα αν το προσωπικό του αρχοντικού είχε προετοιμαστεί κατάλληλα.
«Την πήραν η Αντελέας κι η Βαντέν και την πήγαν στη μικρή καλύβα ενός ξυλοκόπου, κάπου μισό μίλι πιο πέρα», απάντησε ο άντρας σιγανά. «Μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση, δεν νομίζω ότι θα πρόσεχε κάποιος μια γυναίκα με ένα σακί περασμένο στο κεφάλι. Οι αδελφές είπαν πως θα έμεναν μαζί της τη νύχτα».
Η Ηλαίην αναρρίγησε. Φαίνεται πως, με το που θα έδυε ο ήλιος, η ανάκριση της Σκοτεινόφιλης θα άρχιζε ξανά. Βρίσκονταν στο Άντορ τώρα, κάτι που την έκανε να αισθάνεται πως είχε δώσει η ίδια τη σχετική διαταγή.
Σύντομα βρέθηκε μέσα σε μια χάλκινη μπανιέρα, απολαμβάνοντας ξανά το αρωματισμένο σαπούνι και την καθαρή της επιδερμίδα, γελώντας και πιτσιλώντας με νερά την Μπιργκίτε, η οποία είχε ξαπλώσει τεμπέλικα σε μια άλλη μπανιέρα κι ανταποκρινόταν στο παιχνίδι πιτσιλώντας την με τη σειρά της. Κι οι δύο γυναίκες γελούσαν με τους έντρομους μορφασμούς που η Αβιέντα αδυνατούσε να κρύψει, έτσι καθώς ήταν βυθισμένη στο νερό μέχρι τα στήθη της. Ωστόσο, μια και πίστεψε πως της έκαναν πλάκα, άρχισε να λέει μια πρόστυχη ιστορία σχετικά με έναν άντρα που έβγαλε αγκάθια σεγκάντε στον πισινό του. Η Μπιργκίτε αφηγήθηκε μια ιστορία ακόμα πιο ακατάλληλη, σχετικά με μια γυναίκα που το κεφάλι της είχε πιαστεί στις γρίλιες ενός φράχτη, κάνοντας ακόμα και την Αβιέντα να κοκκινίσει. Πάντως, ήταν όντως αστείες ιστορίες. Η Ηλαίην ευχήθηκε να ήξερε κι αυτή μία να πει.
Μαζί με την Αβιέντα, χτένιζαν και βούρτσιζαν η μία τα μαλλιά της άλλης —ένα νυχτερινό τελετουργικό για κονταδελφές— κι έπειτα μαζεύτηκαν κουρασμένες στο θολωτό κρεβάτι ενός μικρού δωματίου. Η ίδια κι η Αβιέντα, η Μπιργκίτε κι η Νυνάβε. Ευτυχώς, δεν υπήρχαν άλλες. Τα μεγαλύτερα δωμάτια είχαν καλύμματα και παλέτες στρωμένες στο πάτωμα, συμπεριλαμβανομένων των σαλονιών, της κουζίνας και των περισσότερων διαδρόμων. Τη μισή βραδιά, η Νυνάβε μουρμούριζε σχετικά με την απρέπεια να αφήνουν μια γυναίκα να κοιμάται ξέχωρα από τον σύζυγό της, και την άλλη μισή οι αγκώνες της ξυπνούσαν την Ηλαίην κάθε φορά που πήγαινε να την πάρει ο ύπνος. Η Μπιργκίτε αρνήθηκε κατηγορηματικά να ανταλλάξουν θέσεις, μια και δεν μπορούσε να ζητήσει από την Αβιέντα να υπομείνει τα απότομα σκουντήματα της γυναίκας, οπότε δεν καλοκοιμήθηκε.
Η Ηλαίην εξακολουθούσε να παραπαίει όταν ετοιμάστηκαν για αναχώρηση το επόμενο πρωί, με τον ανατέλλοντα ήλιο να μοιάζει με χυτή μπάλα από χρυσάφι. Η οικογένεια είχε ελάχιστα ζώα για να τους παραχωρήσει, εκτός κι αν γύμνωνε εντελώς όλα τα κτήματα, κι έτσι, ενόσω η ίδια ίππευε ένα μαύρο ευνουχισμένο ζώο ονόματι Πυρόκαρδος και με την Αβιέντα και την Μπιργκίτε ανεβασμένες σε καινούργια υποζύγια, όσοι ήταν πεζοί όταν ξέφυγαν από το αγρόκτημα του Σογιού, παρέμειναν πεζοί. Στους πεζούς συμπεριλαμβάνονταν κι οι περισσότερες γυναίκες του Σογιού, οι υπηρέτες που καθοδηγούσαν τα υποζύγια κι οι είκοσι τόσες γυναίκες που καταριόνταν την τύχη τους για την επίσκεψη στο αγρόκτημα του Σογιού με την ελπίδα να βρουν γαλήνη και περισυλλογή. Οι Πρόμαχοι κάλπαζαν μπροστά, εκτελώντας χρέη ανιχνευτών μέσα από αυτούς τους κυματιστούς λόφους, τους καλυμμένους με το βασανισμένο από την ξηρασία δάσος, ενώ οι υπόλοιποι απλώνονταν προς τα πίσω σχηματίζοντας μια περίεργη, φιδογυριστή διάταξη, με τη Νυνάβε, την ίδια και τις υπόλοιπες αδελφές επικεφαλής. Και με την Αβιέντα, φυσικά.