Σχημάτιζαν μια ομάδα που δύσκολα δεν θα τραβούσε την προσοχή, τόσο πολλές γυναίκες να ταξιδεύουν με ελάχιστους άντρες για φρουρούς, για να μην αναφέρουμε είκοσι σκουρόχρωμες Ανεμοσκόπους που ίππευαν αδέξια πάνω στα άλογά τους, λαμπερές σαν εξωτικά πουλιά με πλουμιστά φτερά, καθώς κι εννέα Άες Σεντάι, έξι εκ των οποίων ήταν αναγνωρίσιμες σε όποιον γνώριζε τι να διακρίνει. Μία από εκείνες ίππευε έχοντας ένα δερμάτινο σάκο πάνω στο κεφάλι της, κάτι που κάλλιστα θα τραβούσε την προσοχή από μόνο του. Η Ηλαίην ήλπιζε να φτάσει στο Κάεμλυν δίχως να την προσέξει κανείς, αλλά αυτό δεν έμοιαζε πια και πολύ πιθανό. Από την άλλη, δεν υπήρχε λόγος να υποψιαστεί κανείς πως η Κόρη-Διάδοχος, η ίδια η Ηλαίην Τράκαντ, αποτελούσε μέρος αυτής της παρέας. Αρχικά, σκεφτόταν πως η μεγαλύτερη δυσκολία που θα μπορούσαν να συναντήσουν θα ήταν κάποιος που θα αντιδρούσε στους ισχυρισμούς της μόλις μάθαινε για την παρουσία της, και θα έστελνε οπλισμένους άντρες να την επιτηρούν μέχρι το θέμα της διαδοχής να λάβαινε τέλος.
Η αλήθεια ήταν πως περίμενε ότι τα πρώτα προβλήματα θα έρχονταν εκ μέρους των εξαντλημένων από την πορεία τεχνιτριών κι αριστοκρατισσών, περήφανες γυναίκες όλες τους κι ασυνήθιστες να περιφέρονται σε σκονισμένους λόφους, ειδικά από τη στιγμή που η υπηρέτρια της Μέριλιλ ίππευε τη δική της παχουλή φοράδα. Οι ελάχιστες αγρότισσες ανάμεσά τους δεν έμοιαζαν να νοιάζονται και πολύ, αλλά οι μισές σχεδόν από δαύτες κατείχαν γη, τσιφλίκια και παλάτια, ενώ από τις υπόλοιπες οι περισσότερες είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν ένα κτήμα, αν όχι δύο και τρία. Περιλάμβαναν δύο χρυσοχόους, τρεις υφάντρες με τετρακόσιους αργαλειούς μοιρασμένους αναμεταξύ τους, μία γυναίκα οι βιοτεχνίες της οποίας παρήγαν το ένα δέκατο της παραγωγής βερνικιών που φτιάχνονταν στο Έμπου Νταρ, και μια τραπεζίτισσα. Βάδιζαν έχοντας τα υπάρχοντά τους δεμένα στην πλάτη, ενώ τα άλογα ήταν φορτωμένα με σαμάρια γεμάτα τρόφιμα. Η ανάγκη ήταν πιεστική. Όλοι τους είχαν ξηλωθεί, δίνοντας και το τελευταίο νόμισμα του πουγκιού τους στη σφιχτοχέρα Νυνάβε, αλλά και πάλι τα χρήματα μπορεί να μην έφταναν για να αγοράσουν φαγητό, ζωοτροφές και καταλύματα για τόσο πολλά άτομα στον δρόμο για το Κάεμλυν. Δεν έμοιαζαν να κατανοούν την κατάσταση. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης μέρας της πορείας διαμαρτύρονταν μεγαλόφωνα κι ασταμάτητα. Δυνατότερα απ’ όλες διαμαρτυρόταν μια λεπτόκορμη βλοσυρή γυναίκα ονόματι Μάλιεν, με ένα αμυδρό σημάδι στο ένα της μάγουλο, η οποία είχε σχεδόν διπλωθεί στα δύο κάτω από το βάρος ενός τεράστιου δέματος που περιείχε μια ντουζίνα ή και περισσότερα φορέματα μαζί με όλες τις αλλαξιές της.
Όταν στρατοπέδευσαν την πρώτη εκείνη νύχτα, με τις φωτιές του μαγειρέματος να λαμπυρίζουν στο λυκόφως και με τις κοιλιές τους γεμάτες φασόλια και ψωμί —αν και κανείς δεν είχε μείνει απόλυτα ικανοποιημένος— η Μάλιεν μάζεψε γύρω της τις αριστοκράτισσες με τις λερωμένες από το ταξίδι φούστες. Μαζεύτηκαν γύρω της κι οι τεχνίτριες, καθώς κι η τραπεζίτισσα, ενώ οι αγρότισσες έμειναν λίγο πιο πέρα. Πριν ακόμα προλάβει η Μάλιεν να ανοίξει το στόμα της, παρενέβη η Ρεάνε. Με το πρόσωπό της γεμάτο ρυτίδες από τα χαμόγελα, φορώντας απέριττα καφετιά μάλλινα ρούχα και με τη φούστα σηκωμένη από την αριστερή μεριά για να αποκαλύπτονται οι στρώσεις από τα μεσοφόρια με τα λαμπερά χρώματα, θα μπορούσε κάλλιστα να την περάσει κανείς για αγρότισσα.
«Αν επιθυμείς να πας σπίτι σου», ανήγγειλε με αυτήν την εκπληκτικά οξεία φωνή, «μπορείς να το κάνεις ανά πάσα στιγμή. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι πρέπει να κρατήσουμε τα άλογά σου. Θα τα πληρωθείς με την πρώτη ευκαιρία. Αν, ωστόσο, αποφασίσεις να παραμείνεις, θα σε παρακαλούσα να θυμάσαι πως οι νόμοι της αγροικίας βρίσκονται ακόμα σε ισχύ». Κάμποσες γυναίκες γύρω της έμειναν με το στόμα ανοικτό. Η Μάλιεν δεν ήταν η μόνη που άνοιξε το στόμα της γεμάτη θυμό.