Выбрать главу

Η Άλις φάνηκε στο πλευρό της Ρεάνε, με τις γροθιές ακουμπισμένες στους γοφούς της. Δεν χαμογελούσε καθόλου. «Είπα ότι οι δέκα τελευταίες θα πρέπει να είναι έτοιμες για τη λάντζα», τους είπε με σταθερή φωνή και τις ονομάτισε. Η Τζίλιεν, μια στρουμπουλή χρυσοχόος, η Ναισέλ, η τραπεζίτισσα με την ψυχρή ματιά, κι οκτώ ακόμα αριστοκράτισσες. Απέμειναν να την κοιτάνε μέχρι που η γυναίκα χτύπησε παλαμάκια κι είπε: «Μη με αναγκάσετε να επικαλεστώ τον νόμο της αμέλειας για να σας στρώσω στη δουλειά».

Η Μάλιεν, με τα μάτια γουρλωμένα και μουρμουρίζοντας δύσπιστα, ήταν η τελευταία που άρχισε να μαζεύει τις βρώμικες γαβάθες, αλλά το επόμενο πρωί ξάκρισε το δέμα της, αφήνοντας τα δαντελωτά, μεταξένια φορέματα και τις αλλαξιές να τσαλαπατιόνται στη λοφοπλαγιά κατά τη διάρκεια της αναχώρησης. Η Ηλαίην εξακολουθούσε να περιμένει από στιγμή σε στιγμή να γίνει η έκρηξη, αλλά η Ρεάνε τις είχε υπό τον απόλυτο έλεγχό της κι η Άλις ακόμα περισσότερο, κι αν η Μάλιεν κι οι υπόλοιπες τις λοξοκοιτούσαν σιγομουρμουρώντας για τις βρώμικες κηλίδες που ξεφύτρωναν πάνω στα ρούχα τους μέρα τη μέρα, μια λέξη της Ρεάνε ήταν αρκετή για να τις επαναφέρει στην τάξη. Η δε Άλις, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να χτυπήσει παλαμάκια.

Με δεδομένο ότι το υπόλοιπο κομμάτι του ταξιδιού θα κυλούσε ομαλά, η Ηλαίην δεν θα είχε αντίρρηση να βοηθήσει αυτές τις γυναίκες στις κοπιαστικές εργασίες τους. Και θα το έκανε, αρκετά πριν φτάσουν στο Κάεμλυν.

Μόλις έφτασαν στον πρώτο στενό, σκονισμένο δρόμο, ελάχιστα καλύτερο από καρόδρομο, άρχισαν να εμφανίζονται γύρω τους αγροικίες, πέτρινα οικήματα με αχυρένιες οροφές κι αχυρώνες που κρέμονταν στις λοφοπλαγιές ή ήταν χωμένοι σε κοιλότητες. Από κει και πέρα, άσχετα αν η περιοχή ήταν λοφώδης ή επίπεδη, δασωμένη ή γεμάτη ξέφωτα, δεν περνούσε ούτε ώρα που να μην αντικρίσουν κάποια φάρμα ή κάποιο χωριό. Απ’ όπου περνούσαν, παρ’ όλο που οι ντόπιοι κοιτούσαν τους ξένους με γουρλωμένα μάτια, η Ηλαίην πάσχιζε να μάθει πόση υποστήριξη θα μπορούσε να περιμένει εκ μέρους τους ο Οίκος Τράκαντ καθώς και τα τρέχοντα προβλήματά τους. Αν ασχολούνταν με τα προβλήματά τους η αξίωσή της όσον αφορά στον θρόνο θα είχε πιο γερή βάση, ίσως μάλιστα να ανάγκαζε τους υπόλοιπους Οίκους να αποχωρήσουν. Κάθισε και τους άκουσε εκτενώς, μολονότι δεν άκουγε πάντα αυτά που ήθελε. Οι Αντορινοί διεκδικούσαν με αξιώσεις το δικαίωμά τους να απευθυνθούν κατευθείαν στη Βασίλισσα, και δεν ήταν διόλου επιφυλακτικοί με μία νεαρή αριστοκράτισσα, ανεξάρτητα από το πόσο παράξενοι φαίνονταν οι ταξιδιωτικοί της σύντροφοι.

Σε ένα χωριό ονόματι Νταμέλιεν, όπου τρεις μύλοι υψώνονταν δίπλα σε ένα μικρό ποταμάκι που είχε αποξηραθεί, αφήνοντας στεγνούς τους ψηλούς υδροτροχούς τους, ο πανδοχέας με το τετραγωνισμένο σαγόνι στο Χρυσό Δεμάτι, μίλησε για τη Μοργκέις και για το πόσο καλή ήταν, ίσως κι η καλύτερη που υπήρξε ποτέ κατά τη γνώμη του. «Υποθέτω πως κι η θυγατέρα της θα κυβερνούσε εξίσου καλά», μουρμούρισε, ακουμπώντας τον αντίχειρα του κάτω από το πηγούνι του. «Κρίμα που τις εξολόθρευσε ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Μάλλον ήταν αναγκασμένος να το κάνει —κάποια σχέση είχε με τις Προφητείες ή κάτι τέτοιο— αλλά δεν ήταν ανάγκη να στερέψει τα ποτάμια, έτσι δεν είναι; Πόσο σανό είπες πως χρειάζονται τα άλογά σου, κυρά μου; Είναι φοβερό, αγαπητή μου, έχε το υπ’ όψιν σου».

Μια γυναίκα με σκληρό πρόσωπο, η οποία φορούσε ένα φθαρμένο καφετί ρούχο που κρεμόταν από πάνω της σαν να είχε χάσει βάρος, επιθεώρησε ένα κομμάτι γης που περιβαλλόταν από έναν χαμηλό πέτρινο τοίχο κι όπου ο ζεστός άνεμος έστελνε κύματα σκόνης να παρελαύνουν έως τα δάση. Οι υπόλοιπες αγροικίες γύρω από τον Θαμμένο Λόφο έμοιαζαν σε εξίσου άσχημη ή και σε ακόμα χειρότερη κατάσταση. «Αυτός ο Αναγεννημένος Δράκοντας δεν είχε κανένα δικαίωμα να μας το κάνει αυτό, έτσι; Σε ρωτάω!» Η γυναίκα έφτυσε και κοίταξε βλοσυρά την Ηλαίην πάνω στη σέλα της. «Ο θρόνος; Ε, καλή είναι κι η Ντυέλιν, τώρα που η Μοργκέις κι η κόρη της δεν υπάρχουν πια. Μερικοί εδώ γύρω έχουν να πουν και μια καλή κουβέντα για τη Νάεαν ή την Ελένια, αλλά εγώ ψηφίζω την Ντυέλιν. Έχετε το νου σας πως το Κάεμλυν απέχει πολύ από δω. Τώρα έχω να ασχοληθώ με τα σπαρτά μου, αν δηλαδή σπείρω ποτέ ξανά».

«Μα είναι αλήθεια, λαίδη μου. Η Ηλαίην είναι ζωντανή», της είπε ένα ροζιασμένος γέρος μαραγκός στην Αγορά του Φόρελ. Ήταν καραφλός σαν αυγό και τα δάχτυλά του είχαν στρεβλώσει από την ηλικία, αλλά τα έργα του που ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στα ροκανίδια και τα πριονίδια που ήταν σκόρπια στο δάπεδο του μαγαζιού του ήταν αξιοπαρατήρητα κι άρεσαν πολύ στην Ηλαίην. Εκτός από τον ίδιο, η γυναίκα ήταν το μοναδικό άτομο στο μαγαζί. Το χωριό έδινε την εντύπωση πως οι μισοί του κάτοικοι είχαν φύγει. «Ο Αναγεννημένος Δράκοντας έχει βάλει να τη φέρουν στο Κάεμλυν, για να τοποθετήσει ο ίδιος στο κεφάλι της το Ρόδινο Στέμμα», της είπε. «Τα νέα έχουν διαδοθεί παντού. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι σωστό. Απ’ ό,τι ακούω, πρόκειται για έναν από εκείνους τους μαυρομάτηδες Αελίτες. Θα ’πρεπε να βαδίσουμε ενάντια στο Κάεμλυν και να τον ξαποστείλουμε κι αυτόν και τους Αελίτες από κει που ήρθαν. Έπειτα η Ηλαίην θα μπορέσει να διεκδικήσει από μόνη της τον θρόνο. Αν της το επιτρέψει η Ντυέλιν, δηλαδή».