Η Ηλαίην πληροφορήθηκε κάμποσα πράγματα σχετικά με τον Ραντ, κι οι φήμες που άκουσε κάλυπταν όλη τη γκάμα, από τον Ραντ να ορκίζεται αιώνια πίστη στην Ελάιντα, μέχρι να γίνεται ο ίδιος Βασιλιάς του Ίλιαν, αν είναι δυνατόν. Στο Άντορ είχε κατηγορηθεί για κάθε κακό που συνέβη τα τελευταία δύο ή τρία χρόνια, συμπεριλαμβανομένων εμβρύων που γεννιούνταν νεκρά, σπασμένων ποδιών, επιθέσεων από σμήνη ακρίδων, δικέφαλων μοσχαριών και κοτόπουλων με τρία πόδια. Ακόμα κι άνθρωποι που πίστευαν πως η μητέρα της είχε ερημώσει τη χώρα και δεν θα έβλεπαν με διόλου κακό μάτι το τέλος του Οίκου των Τράκαντ, εξακολουθούσαν να θεωρούν τον Ραντ αλ’Θόρ εισβολέα. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας υποτίθεται πως θα πολεμούσε τον Σκοτεινό στο Σάγιολ Γκουλ και θα έπρεπε να εκδιωχτεί από το Άντορ. Σίγουρα δεν ήταν αυτά που ήλπιζε να ακούσει, κάθε άλλο μάλιστα. Κι όμως, αυτά άκουγε ξανά και ξανά. Δεν ήταν διόλου ευχάριστο ταξίδι. Έμοιαζε περισσότερο με μάθημα που σχετιζόταν με ένα από τα αναπημένα ρητά της Λίνι. Δεν είναι η πέτρα που βλέπεις αυτό που θα πέσει πάνω στη μύτη σου.
Σκέφτηκε κι άλλα πράγματα, πέραν του ότι οι ευγενείς θα μπορούσαν να προκαλέσουν προβλήματα, και κάποια από αυτά μάλιστα αφορούσαν σε εκρήξεις μεγάλες όσο κι εκείνη της πύλης. Οι Ανεμοσκόποι, αυτάρεσκες λόγω της συμφωνίας που είχαν κάνει με τη Νυνάβε και την ίδια, συμπεριφέρονταν εκνευριστικά κι αλαζονικά απέναντι στις Άες Σεντάι, ειδικά από τότε που η Μέριλιλ είχε συμφωνήσει να είναι μια από τις πρώτες αδελφές που θα ανέβαιναν στα πλοία. Ωστόσο, παρά το ότι τα πνεύματα ήταν τεταμένα κι η κατάσταση έμοιαζε με καζάνι Φωτοδότη έτοιμο να εκραγεί, η έκρηξη δεν έγινε ποτέ. Τόσο οι Ανεμοσκόποι όσο κι οι γυναίκες του Σογιού, ειδικά ο Πλεχτός Κύκλος, φαίνονταν έτοιμες να ξεσπάσουν. Συμπεριφέρονταν περιφρονητικά οι μεν απέναντι στις δε, κι αυτό στις περιπτώσεις που δεν αλληλοχλευάζονταν στα φανερά, το μεν Σόι αποκαλώντας τις Θαλασσινές «αδέσποτες που έχουν πάρει ψηλά τον αμανέ», οι δε Θαλασσινές τις γυναίκες του Σογιού «άθλια δουλικά που γλείφουν τα πόδια των Άες Σεντάι». Πάντως, η κατάσταση δεν ξέφυγε από τον έλεγχο κι οι μόνες ενδείξεις έντασης ήταν το σούφρωμα των χειλιών και το απαλό χαΐδεμα των στιλέτων.
Η Ισπάν αποτελούσε πρόβλημα, που η Ηλαίην ήταν σίγουρη πως στο άμεσο μέλλον θα χειροτέρευε. Ωστόσο, ύστερα από λίγες μέρες η Βαντέν κι η Αντελέας την άφηναν να ιππεύει χωρίς κουκούλα και δίχως θωράκιση, μια σιωπηλή φιγούρα με έγχρωμες χάντρες στις λεπτές της πλεξούδες, με το αγέραστο πρόσωπό της χαμηλωμένο και με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στα γκέμια. Η Ρενάιλ είπε σε όσους μπορούσαν να ακούσουν πως αν οι Άθα’αν Μιέρε ανακάλυπταν ανάμεσά τους έναν Σκοτεινόφιλο, του στερούσαν το όνομά του με το που αποδεικνυόταν η ενοχή του, και τον πετούσαν στη θάλασσα αφού τον έδεναν πρώτα με πέτρες και σαβούρα. Ανάμεσα στις γυναίκες του Σογιού, ακόμα κι η Ρεάνε με τη Άλις χλώμιαζαν κάθε φορά που έβλεπαν την Ταραμπονέζα. Η Ισπάν, όμως, γινόταν με τον καιρό όλο και πιο μειλίχια, γεμάτη κολακευτικά χαμόγελα, πρόθυμη να ευχαριστήσει τις δύο ασπρομάλλες αδελφές, ανεξάρτητα από το τι της έκαναν όταν την έπαιρναν μακριά από τις υπόλοιπες κατά τη διάρκεια της νύχτας. Από την άλλη μεριά, τόσο η Αντελέας όσο κι η Βαντέν αποθαρρύνονταν όλο και περισσότερο. Η Αντελέας είπε στη Νυνάβε, με τρόπο που να γίνει ακουστή κι από την Ηλαίην, πως η γυναίκα είχε αποκαλύψει πάρα πολλά πράγματα σχετικά με παλιές σκευωρίες του Μαύρου Άτζα, δείχνοντας μάλιστα μεγαλύτερο ενθουσιασμό για αυτές στις οποίες δεν είχε αναμειχθεί παρά σε αυτές που είχε βάλει κι η ίδια το χεράκι της. Ωστόσο, όταν πίεσαν την Ισπάν —κι η Ηλαίην δεν τολμούσε καν να ρωτήσει για τη μέθοδο που ακολούθησαν— αποκάλυψε μεν τα ονόματα των Σκοτεινόφιλων, αλλά οι περισσότερες ήταν πλέον νεκρές και καμιά τους δεν ανήκε στις αδελφές. Η Βαντέν είπε ότι είχαν αρχίσει να φοβόνται πως είχε πάρει Όρκο —με κεφαλαίο Ο— να μην προδώσει τους υποστηρικτές της. Η Ισπάν εξακολουθούσε να βρίσκεται σε απομόνωση όσο το δυνατόν περισσότερο κι η ανάκριση συνεχιζόταν, αλλά ήταν ολοφάνερο πια πως βάδιζαν προσεκτικά αλλά στα τυφλά.