Выбрать главу

Επιπλέον, υπήρχε και το θέμα της Νυνάβε και του Λαν, με τη γυναίκα να πασχίζει εις μάτην να κρατήσει την ψυχραιμία της απέναντι του, να τον λαχταράει στις περιπτώσεις που ήταν αναγκαίο να κοιμηθούν χωριστά —σχεδόν πάντα, δηλαδή, σύμφωνα με τις διευθετήσεις που είχαν γίνει— και να διχάζεται ανάμεσα στη σφοδρή επιθυμία και στον φόβο όταν τον παρατηρούσε πίσω από κάποιον σωρό με σανό. Η άποψη της Ηλαίην ήταν πως επρόκειτο για λάθος της που είχε διαλέξει να παντρευτούν σύμφωνα με τα έθιμα των Θαλασσινών. Οι Θαλασσινές πίστευαν στην ιεραρχία, όπως και στη θάλασσα, και γνώριζαν πως η γυναίκα κι ο άντρας μπορεί να προάγονταν διαδοχικά, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, κάμποσες φορές στη διάρκεια της ζωής τους. Τα γαμήλια τελετουργικά το λάμβαναν υπ’ όψιν αυτό. Όποιος είχε το δικαίωμα να διατάζει δημοσίως, έπρεπε να υπακούει κατ’ ιδίαν. Ο Λαν δεν το εκμεταλλεύτηκε ποτέ αυτό, έτσι έλεγε η Νυνάβε —όχι «πραγματικά» δηλαδή, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό! Πάντα αναψοκοκκίνιζε όταν μιλούσε γι’ αυτό το θέμα, αλλά περίμενε πως κάποια στιγμή θα γινόταν, κι ο Λαν από τη μεριά του το διασκέδαζε όλο και περισσότερο. Κι αυτή η θυμηδία φούντωνε τη Νυνάβε, κάνοντάς την έξαλλη. Κι έτσι, από αλλού περίμενε την έκρηξη η Ηλαίην, αλλά από τη Νυνάβε τής προέκυψε. Αρπαζόταν με όποιον συναντούσε μπροστά της εκτός από τον Λαν, στον οποίον έσταζε μέλι. Ούτε και με την Άλις, βέβαια, αν και κόντεψε μια δυο φορές, αλλά αποφάσισε πως ήταν καλύτερα να μην παρατραβήξει το σχοινί.

Η Ηλαίην έτρεφε ελπίδες, όχι ανησυχίες, σχετικά με τα πράγματα που έφεραν από το Ράχαντ μαζί με το Κύπελλο των Ανέμων. Η Αβιέντα τη βοήθησε στο ψάξιμο, όπως κι η Νυνάβε μια δυο φορές, αλλά ήταν πολύ αργή, απρόθυμη και σχεδόν ανίκανη να βρει αυτό που έψαχναν. Δεν βρήκαν άλλα ανγκριάλ, ωστόσο η συλλογή τους από τερ’ανγκριάλ αυξήθηκε. Από τη στιγμή που πετάχτηκαν όλα τα άχρηστα, όσα αντικείμενα έκαναν χρήση της Μίας Δύναμης στοιβάχτηκαν σε πέντε τεράστια πανέρια που φορτώθηκαν στα υποζύγια.

Όσο προσεκτική όμως κι αν ήταν η Ηλαίην, οι προσπάθειές της να τα μελετήσει δεν πήγαν και τόσο καλά. Το Πνεύμα ήταν το ασφαλέστερο από τις Πέντε Δυνάμεις που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει —εκτός, βέβαια, αν το Πνεύμα τύχαινε να είναι αυτό που ενεργοποιεί το αντικείμενο!— αλλά υπήρχαν φορές που χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει άλλες ροές, όσο το δυνατόν πιο λεπτές στην ύφανση. Άλλες φορές, η διακριτική της έρευνα δεν απέφερε τίποτα, αλλά με το πρώτο άγγιγμα ενός αντικειμένου που έμοιαζε με μηχανικό παζλ φτιαγμένο από γυαλί, αισθάνθηκε ζαλισμένη κι ανίκανη να κοιμηθεί τη μισή νύχτα, ενώ ένα νήμα Φωτιάς που άγγιξε κάτι όμοιο με περικεφαλαία φτιαγμένη από χνουδάτα μεταλλικά φτερά προξένησε δυνατό πονοκέφαλο σε όποιον βρισκόταν σε ακτίνα είκοσι βημάτων. Εκτός από την ίδια. Υπήρχε επίσης εκείνη η πορφυρή ράβδος που την ένιωθες καυτή στο άγγιγμα· τρόπος του λέγειν, καυτή.

Καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού της σε ένα πανδοχείο ονόματι Ο Άγριος Κάπρος, περιεργαζόταν τη μαλακή ράβδο υπό το φως δυο στιλβωμένων μπρούντζινων φανών. Έχοντας το πάχος του καρπού της και μήκος ενός ποδιού, η ράβδος έμοιαζε περισσότερο φτιαγμένη από πέτρα, αλλά την ένιωθες πιότερο σταθερή στο χέρι σου παρά σκληρή. Ήταν μονάχη της. Από το περιστατικό με την περικεφαλαία κι ύστερα, προσπαθούσε να μελετήσει τα αντικείμενα μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Η θερμότητα της ράβδου τής έφερε στον νου τη Φωτιά...

Βλεφάρισε, άνοιξε τα μάτια της κι ανακάθισε στο κρεβάτι. Το ηλιόφως ξεχυνόταν από το παράθυρο. Ήταν ντυμένη με ένα ριχτό φόρεμα, ενώ η Νυνάβε φορούσε τα καλά της και την κοιτούσε συνοφρυωμένη. Η Αβιέντα με την Μπιργκίτε παρακολουθούσαν δίπλα από την πόρτα.

«Τι συνέβη;» ρώτησε απαιτητικά η Ηλαίην κι η Νυνάβε κούνησε δύστροπα το κεφάλι της.

«Δεν θες να μάθεις». Τα χείλη της συσπάστηκαν.

Η έκφραση στο πρόσωπο της Αβιέντα δεν αποκάλυπτε τίποτα. Το στόμα της Μπιργκίτε μπορεί να φαινόταν κάπως σφικτό, αλλά η Ηλαίην την αισθάνθηκε να αποπνέει ένα ισχυρό συναίσθημα, που έμοιαζε με μείγμα ανακούφισης και... ιλαρότητας! Η γυναίκα πάσχιζε να συγκρατηθεί για να μην πέσει κάτω από τα γέλια!

Το χειρότερο απ’ όλα, όμως, ήταν πως καμιά τους δεν μπορούσε να εξηγήσει τι είχε συμβεί. Τι είχε πει ή τι είχε κάνει. Και, κρίνοντας από τα μισόγελα που μάταια πάσχιζαν να κρύψουν τόσο οι γυναίκες του Σογιού όσο κι οι Ανεμοσκόποι κι οι αδελφές, ήταν σίγουρη πως για κάτι τέτοιο επρόκειτο. Κι όμως, καμιά τους δεν της έλεγε τίποτα! Έπειτα από αυτό, πήρε την απόφαση να μελετήσει τα τερ’ανγκριάλ κάπου πιο άνετα από το δωμάτιο ενός πανδοχείου. Κάπου πιο ιδιωτικά!