Выбрать главу

Εννέα μέρες μετά τη φυγή τους από το Έμπου Νταρ, σκόρπια σύννεφα έκαναν την εμφάνιση τους στον ουρανό και παχιές στάλες βροχής πιτσίλισαν τη σκόνη του δρόμου. Ένα ακατάπαυστο ψιλοβρόχι έπεσε την επόμενη μέρα, και τη μεθεπόμενη ένας κατακλυσμός τις κράτησε κλεισμένες στα σπίτια και τους στάβλους της Αγοράς του Φόρελ. Εκείνη τη νύχτα, η βροχή μετατράπηκε σε χιονόνερο κι έως το επόμενο πρωί παχιές χιονονιφάδες έπεφταν από έναν σκοτεινιασμένο από τη βαριά συννεφιά ουρανό. Δεν είχαν διανύσει ούτε τη μισή διαδρομή ακόμα μέχρι το Κάεμλυν κι η Ηλαίην άρχισε να αναρωτιέται αν θα κατάφερναν να καλύψουν την απόσταση μέσα σε δύο βδομάδες.

Με την παρουσία του χιονιού, τα ρούχα αποτελούσαν πρόβλημα. Η Ηλαίην κατηγορούσε τον εαυτό της επειδή δεν σκέφτηκε πως θα μπορούσε κάποιος να χρειάζεται ζεστά ρούχα πριν ακόμα φτάσουν στον προορισμό τους. Η Νυνάβε κατηγορούσε επίσης τον εαυτό της για τον ίδιο λόγο. Η Μέριλιλ πίστευε πως είχε άδικο κι η Ρεάνε το ίδιο. Εκείνο το πρωινό, στέκονταν στον κεντρικό δρόμο της Αγοράς του Φόρελ, με τις χιονονιφάδες να στριφογυρίζουν πάνω από τα κεφάλια τους, φιλονικώντας για το ποια έπρεπε να κατηγορηθεί περισσότερο. Η Ηλαίην δεν ήταν σίγουρη ποια απ’ όλες πρόσεξε για πρώτη φορά τον παραλογισμό του πράγματος, ποια απ’ όλες γέλασε πρώτη, αλλά το σίγουρο ήταν πως όλες τους είχαν σκάσει στα γέλια καθώς κάθονταν γύρω από το τραπέζι του Λευκού Κύκνου ώστε να πάρουν μια απόφαση για το τι θα έκαναν από κει και πέρα. Η λύση, όμως, αποδείχθηκε πως δεν ήταν για γέλια. Προκειμένου να βρουν ένα ζεστό πανωφόρι ή μανδύα για τον καθένα, θα έπρεπε να ξηλωθούν για τα καλά, υπό την προϋπόθεση, φυσικά, πως ήταν δυνατόν να βρεθούν τόσο πολλά ρούχα. Τα κοσμήματα μπορούσαν να πουληθούν ή να εμπορευθούν, αλλά κανείς στην Αγορά του Φόρελ δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται για περιδέραια και βραχιόλια, όσο περίτεχνα κι αν ήταν.

Η Αβιέντα έλυσε το πρόβλημα βγάζοντας ένα μικρό σακίδιο γεμάτο από πεντακάθαρους, τέλειους πολύτιμους λίθους, μερικοί εκ των οποίων ήταν αρκετά μεγάλοι. Παραδόξως, οι ίδιοι άνθρωποι που τόσο ευγενικά τους είχαν πει πως τα περιδέραια με τα πετράδια ήταν πρακτικώς άχρηστα, γούρλωσαν τα μάτια τους έκπληκτοι μόλις αντίκρισαν τις σκόρπιες πέτρες που κυλούσαν πάνω στην παλάμη της γυναίκας. Η Ρεάνε έλεγε πως θεωρούσαν τα μεν επιτηδευμένα στολίδια, τα δε ως τεκμήρια πλούτου. Όποια κι αν ήταν η αλήθεια, όμως, σε αντάλλαγμα για δύο ρουμπίνια μετρίου μεγέθους, μία μεγάλη φεγγαρόπετρα κι έναν μικρό πολύτιμο λίθο, οι κάτοικοι της Αγοράς του Φόρελ μετά χαράς έδιναν όσα παχιά μάλλινα επιθυμούσαν οι επισκέπτες τους, μερικά μάλιστα σχεδόν αμεταχείριστα.

«Πολύ γενναιόδωρο εκ μέρους τους», μουρμούρισε ξινά η Νυνάβε, καθώς ο κόσμος άρχισε να ξεθάβει ρούχα από τα σεντούκια και τις σοφίτες. Μια σταθερή ροή ανθρώπων παρήλαυνε στο πανδοχείο με τα χέρια γεμάτα. «Μ’ αυτά τα πετράδια αγοράζεις χωριό ολόκληρο!» Η Αβιέντα ανασήκωσε τους ώμους της ελαφρά. Θα είχε παραχωρήσει μια χούφτα κοσμήματα αν δεν είχε μεσολαβήσει η Ρεάνε.

Η Μέριλιλ κούνησε το κεφάλι της. «Εμείς διαθέτουμε αυτό που επιθυμούν, αλλά αυτοί ό,τι μας είναι αναγκαίο. Φοβάμαι πως αυτό σημαίνει ότι βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση όσον αφορά στην αμοιβή τους». Κάτι που θύμιζε έντονα την κατάσταση με τις Θαλασσινές. Η Νυνάβε κόντευε να αρρωστήσει.

Μόλις βρέθηκαν μόνες σε έναν διάδρομο του πανδοχείου, η Ηλαίην ρώτησε την Αβιέντα πού είχε ξετρυπώσει μια τέτοια περιουσία σε κοσμήματα, καθώς και για ποιον λόγο ήθελε να τα ξεφορτωθεί. Περίμενε πως η κονταδελφή της θα της έλεγε πως ήταν εισπράξεις από την Πέτρα του Δακρύου ή ίσως από την Καιρχίν.

«Ο Ραντ αλ’Θόρ με ξεγέλασε», μουρμούρισε λυπημένα η Αβιέντα. «Προσπάθησα να εξαγοράσω το τοχ από αυτόν. Ξέρω πως δεν είναι ιδιαίτερα έντιμος τρόπος», διαμαρτυρήθηκε,

«αλλά δεν έβλεπα τι άλλο μπορούσα να κάνω. Κι εκείνος με έστησε στα δέκα βήματα! Από λογική άποψη, είναι να απορεί κανείς για ποιον λόγο ένας άντρας κάνει κάτι εντελώς παράλογο και καταφέρνει να πάρει το πάνω χέρι».

«Μέσα στα τρισχαριτωμένα κεφάλια τους υπάρχει τόση ασάφεια, ώστε είναι αδύνατον για μια γυναίκα να καταλάβει πως εξακολουθεί και δουλεύει το μυαλό τους», της αποκρίθηκε η Ηλαίην. Δεν απαίτησε να μάθει τι είδους τοχ είχε προσπαθήσει να εξαγοράσει η Αβιέντα, ούτε πώς έγινε κι αυτή η προσπάθεια κατέληξε με την κονταδελφή της να βρίσκεται κάτοχος ενός σάκου γεμάτου πολύτιμους λίθους. Η συζήτηση γύρω από τον Ραντ δεν ήταν εύκολη από μόνη της, άσε δε πού μπορεί να κατέληγε.

Με το χιόνι, η ανάγκη για περαιτέρω ζεστά ρούχα αυξήθηκε. Γύρω στο μεσημέρι και με τις χιονονιφάδες να πέφτουν όλο και πιο πυκνές κάθε λεπτό που περνούσε, η Ρενάιλ κατέβηκε τις σκάλες προς την τραπεζαρία ισχυριζόμενη πως είχε τηρήσει το δικό της μέρος της συμφωνίας κι απαιτώντας όχι μόνο το Κύπελλο των Ανέμων αλλά και τη Μέριλιλ. Η Γκρίζα αδελφή απέμεινε να την κοιτάζει θορυβημένη, όπως κι αρκετές άλλες. Οι πάγκοι ήταν κατάμεστοι από γυναίκες του Σογιού που, η κάθε μία με τη σειρά της, έπαιρνε το μεσημεριανό της, ενώ διάφοροι υπηρέτες κι υπηρέτριες έσπευδαν να σερβίρουν τα γεύματα. Η Ρενάιλ δεν χαμήλωσε ούτε στο ελάχιστο τη φωνή της και τα κεφάλια όλων στην τραπεζαρία στράφηκαν προς το μέρος της.