Ήταν ντυμένες με τα ριχτά τους φορέματα, καθισμένες στα κρεβάτια τους, στο δεύτερο πάτωμα στο Νέο Αλέτρι, με το ονειρικό τερ’ανγκριάλ που έμοιαζε με συστραμμένο δαχτυλίδι να κρέμεται από τους λαιμούς τους. Η Ηλαίην το είχε δεμένο με ένα απλό πέτσινο σχοινί, ενώ της Νυνάβε βρισκόταν πλάι στο βαρύ σφραγιδοφόρο δαχτυλίδι του Λαν, περασμένο σε μια λεπτή χρυσαφιά αλυσίδα. Η Αβιέντα με την Μπιργκίτε, ντυμένες κανονικά, κάθονταν πάνω σε δύο από τα σεντούκια στα οποία είχαν φυλαγμένα τα ρούχα τους. Όπως έλεγαν κι οι ίδιες, φυλούσαν σκοπιά έως ότου η Νυνάβε κι η Ηλαίην να επιστρέψουν από τον Κόσμο των Ονείρων. Κι οι δύο φορούσαν τους μανδύες τους μέχρι να μπουν κάτω από τα σκεπάσματα. Το Νέο Αλέτρι μόνο νέο δεν ήταν· ρωγμές απλώνονταν στους σοβατισμένους τοίχους σαν ιστοί από αράχνες, ενώ όλο και κάποιο ρεύμα αέρα τρύπωνε από τις χαραμάδες.
Το ίδιο το δωμάτιο ήταν μικρό και τα σεντούκια με τους στοιβαγμένους μπόγους δεν άφηναν χώρο για τίποτε άλλο πέρα από το κρεβάτι και τον νιπτήρα. Η Ηλαίην ήξερε καλά πως έπρεπε να παρουσιαστεί καταλλήλως στο Κάεμλυν, αλλά μερικές φορές ένιωθε ένοχη που τα υπάρχοντά της μεταφέρονταν σε υποζύγια, ενώ οι περισσότεροι αναγκάζονταν να τα κουβαλήσουν στην πλάτη τους. Η Νυνάβε σίγουρα δεν μετάνιωνε για τα δικά της σεντούκια. Βρίσκονταν δεκάξι μέρες στον δρόμο και το ολόγιομο φεγγάρι έξω από το στενό παράθυρο φώτιζε πάνω σε μια λευκή κουβέρτα χιονιού που θα έκανε δύσκολο το αυριανό ταξίδι, ακόμα κι αν ο καιρός παρέμενε καλός, κι η Ηλαίην σκεφτόταν πως, με τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, θα τους έπαιρνε ακόμα μια βδομάδα μέχρι να φτάσουν στο Κάεμλυν.
«Είμαι αρκετά λογική για να μην της το θυμίσω», είπε στη Νυνάβε. «Δεν έχω καμιά όρεξη να βρεθώ ξανά μπλεγμένη».
Το έθεσε πολύ ήπια. Από τότε που πληροφόρησαν την Εγκουέν, την επόμενη νύχτα που έφυγαν από το κτήμα, πως το Κύπελλο είχε χρησιμοποιηθεί, δεν είχαν μπει ξανά στον Τελ’αράν’ριοντ. Είχαν θίξει εντελώς απρόθυμα το θέμα της συμφωνίας που αναγκάστηκαν να κάνουν με τις Θαλασσινές, και βρέθηκαν αντιμέτωπες με την Έδρα της Άμερλιν με το ριγωτό επιτραχήλιο στους ώμους. Η Ηλαίην γνώριζε πως ήταν απαραίτητο και σωστό —μια στενή φίλη της Βασίλισσας ανάμεσα στους υποτακτικούς της ήξερε πως ήταν Βασίλισσα, όπως και φίλη επίσης, έπρεπε να το ξέρει— αλλά δεν της άρεσε καθόλου που άκουσε τη φίλη της να τους λέει με ξαναμμένη φωνή πως είχαν συμπεριφερθεί σαν ηλίθιες και θα μπορούσαν κάλλιστα να επισύρουν την καταστροφή των πάντων. Ειδικά όταν συμφώνησε κι η ίδια. Δεν της άρεσε διόλου που άκουσε ότι ο μόνος λόγος που δεν τις τιμώρησε η Εγκουέν με κάποια ανατριχιαστική ποινή ήταν επειδή δεν έκρινε ότι χρειαζόταν να σπαταλήσει κι άλλο χρόνο μαζί τους. Απαραίτητο και σωστό, πάντως. Όταν θα καθόταν στον Θρόνο του Λιονταριού, θα εξακολουθούσε να είναι Άες Σεντάι, υποκείμενη στους νόμους, στους κανόνες και στα έθιμα των Άες Σεντάι. Όχι για το Άντορ —δεν επρόκειτο να παραχωρήσει τη γη της στον Λευκό Πύργο— αλλά για την ίδια. Έτσι, παρ’ όλο που δεν ήταν κι ιδιαίτερα ευχάριστο, δέχτηκε ήρεμα την επίπληξη. Η Νυνάβε σφάδαζε και τραύλιζε από τη σύγχυση, διαμαρτυρόταν κι εξέφραζε έντονα τη δυσαρέσκειά της, έπειτα όμως ζήτησε τόσο απλόχερα συγγνώμη που η Ηλαίην δεν πίστευε ότι επρόκειτο για τη γυναίκα που γνώριζε. Δικαιωματικά, η Εγκουέν παρέμενε Άμερλιν, ψυχρή μέσα στη δυσαρέσκειά της ακόμα κι όταν απολογούνταν για τα σφάλματά τους. Η αποψινή νύχτα, στην καλύτερη περίπτωση, δεν θα ήταν ευχάριστη ή άνετη αν βρισκόταν εκεί.
Όταν όμως ονειρεύονταν τους εαυτούς τους στο Σαλιντάρ του Τελ’αράν’ριοντ, στο δωμάτιο του Μικρού Πύργου που αποκαλείται Σπουδαστήριο της Άμερλιν, δεν βρισκόταν πραγματικά εκεί, κι η μόνη ένδειξη ότι το είχε επισκεφθεί από τότε που συναντήθηκαν ήταν κάποιες ελάχιστα ορατές λέξεις χαραγμένες πρόχειρα πάνω στο ορθογώνιο κομμάτι ενός σκοροφαγωμένου τοίχου, λες και το επιπόλαιο χέρι που τις χάραξε δεν μπήκε στον κόπο να τις σκαλίσει σε μεγαλύτερο βάθος.
ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΤΟ ΚΑΕΜΛΥΝ
Και λίγο πιο κάτω:
ΣΙΩΠΆΤΕ ΚΑΙ ΠΡΟΣΈΧΕΤΕ
Αυτές ήταν οι τελευταίες οδηγίες της Εγκουέν. Πηγαίνετε στο Κάεμλυν και μείνετε εκεί μέχρι η ίδια να βρει τρόπο να αποτρέψει την Αίθουσα από το να τις εντοπίσει όλες και να τις στήσει στον τοίχο. Μια υπενθύμιση που ήταν αδύνατον να εξαλειφθεί.