Αγκαλιάζοντας το σαϊντάρ, η Ηλαίην διαβίβασε για να αφήσει το δικό της μήνυμα, με τον αριθμό δεκαπέντε να μοιάζει χαραγμένος πάνω στο βαρύ τραπέζι που χρησίμευε στην Εγκουέν ως γραφείο. Η αντιστροφή της ύφανσης και το δέσιμο της σήμαινε πως μόνο κάποια που θα διέτρεχε τους αριθμούς με τα δάχτυλά της θα αντιλαμβανόταν πως δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα. Μπορεί να μην τους έπαιρνε δεκαπέντε μέρες να φτάσουν στο Κάεμλυν, αλλά ήταν σίγουρη πως θα έκαναν πάνω από μια βδομάδα.
Η Νυνάβε βημάτισε μέχρι το παράθυρο και κοίταξε έξω, δεξιά κι αριστερά, προσέχοντας να μη βγάλει το κεφάλι της από το δίφυλλο άνοιγμα. Όπως και στον αληθινό κόσμο, ήταν κι εκεί νύχτα, με ένα ολόγιομο φεγγάρι να αστράφτει πάνω στο λαμπερό χιόνι, μολονότι δεν αισθανόσουν παγερό τον αέρα. Κανείς άλλος δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί εκτός από τις ίδιες· αν όντως υπήρχε κάποιος άλλος, καλά θα έκαναν να τον αποφύγουν. «Ελπίζω πως δεν έχει πρόβλημα με τα σχέδιά της», μουρμούρισε.
«Μας είπε να μην αναφερόμαστε σ’ αυτά ούτε αναμεταξύ μας, Νυνάβε. “Ένα μυστικό που αποκαλύπτεται, βγάζει φτερά”». Άλλη μια αγαπημένη φράση της Λίνι.
Η Νυνάβε έκανε μια γκριμάτσα πάνω από τον ώμο της κι ύστερα ατένισε πάλι χαμηλότερα, προς το στενό σοκάκι. «Είναι αλλιώς τα πράγματα με σένα. Εγώ την ντάντεψα όταν ήταν μικρούλα, άλλαζα τις πάνες της και, καμιά φορά, της έδινα και καμιά ξυλιά στον πισινό. Και τώρα πρέπει να πετάγομαι πάνω με κάθε κροτάλισμα των δακτύλων της. Δεν μου είναι και πολύ ευχάριστο».
Η Ηλαίην δεν κρατήθηκε. Κροτάλισε τα δάχτυλά της.
Η Νυνάβε έκανε μια τόσο γρήγορη περιστροφή, που η εικόνα της θόλωσε και τα μάτια της γούρλωσαν από φόβο. Το φόρεμά της θόλωσε κι αυτό, κι από γαλάζιο μεταξωτό ιππασίας έγινε το ριγωτό λευκό της Αποδεχθείσας και κατέληξε σε αυτό που η ίδια αποκαλούσε καλό και γερό μάλλινο των Δύο Ποταμών, σκούρο και παχύ. Μόλις συνειδητοποίησε πως η Εγκουέν δεν βρισκόταν εκεί κι ούτε καν άκουγε, κόντεψε να λιποθυμήσει από ανακούφιση.
Όταν επανήλθαν στα σώματά τους και ξύπνησαν για να πουν στις άλλες δύο να πάνε στα κρεβάτια τους, η μεν Αβιέντα το σχολίασε ως καλό αστείο, η δε Μπιργκίτε έσκασε στα γέλια. Η Νυνάβε, ωστόσο, πήρε την εκδίκησή της. Το επόμενο πρωινό, ξύπνησε την Ηλαίην με ένα παγάκι. Τα ουρλιαχτά της Ηλαίην σήκωσαν στο πόδι όλο το χωριό.
Τρεις μέρες αργότερα, ήρθε η πρώτη έκρηξη.
21
Απαντώντας στις Κλητεύσεις
Οι μεγάλες χειμερινές θύελλες που αποκαλούνται κέμαρος εξακολουθούσαν να ξεχύνονται από τη Θάλασσα των Καταιγίδων, πιο λυσσαλέες από ποτέ. Μερικοί έλεγαν πως φέτος οι κέμαρος προσπαθούσαν να αναπληρώσουν τους μήνες της καθυστέρησης. Οι αστραπές κροτάλιζαν στον ουρανό, κάνοντας το σκοτάδι ανομοιογενές. Ο άνεμος μαστίγωνε τη γη κι η βροχή την κοπανούσε άγρια, μετατρέποντας τους περισσότερους δρόμους, εκτός από τους πιο συμπαγείς, σε ποταμούς λάσπης. Η λάσπη μερικές φορές πάγωνε μόλις έπεφτε η νύχτα, ενώ η ανατολή του ήλιου, ακόμα κι αν η μέρα ήταν μουντή και γκρίζα, έλιωνε τους πάγους και το έδαφος μετατρεπόταν και πάλι σε έλος. Ο Ραντ είχε μείνει έκπληκτος από το πόσο κατασταλτικά είχαν λειτουργήσει όλα αυτά για τα σχέδιά του.
Οι Άσα’μαν που είχε στείλει επέστρεψαν γρήγορα, περίπου το μεσημέρι της επομένης, προβάλλοντας μέσα από μια πύλη και βγαίνοντας καταμεσής μια ισχυρής νεροποντής που έκρυβε τον ήλιο, δίνοντας την εντύπωση πως θα μπορούσε να είναι λυκόφως. Μέσα από την τρύπα που σχηματίστηκε στον αέρα, το χιόνι έπεσε στο Άντορ, χοντρές λευκές νιφάδες που στριφογύριζαν κι έκρυβαν όσα βρίσκονταν πίσω τους. Οι πιο πολλοί άντρες της μικρής φάλαγγας ήταν τυλιγμένοι με βαριούς μαύρους μανδύες, αλλά η βροχή έμοιαζε να γλιστρά γύρω από τους ίδιους και τα άλογά τους. Δεν γινόταν αντιληπτό αμέσως, αλλά αν παρατηρούσες καλά δύο —ίσως και τρεις— φορές, θα το καταλάβαινες. Για να κρατηθείς στεγνός, χρειαζόταν μια απλή ύφανση όλη κι όλη, από τη στιγμή τουλάχιστον που δεν σε ενδιέφερε να κάνεις επίδειξη. Από την άλλη, ο ασπρόμαυρος δίσκος με φόντο έναν πορφυρό κύκλο στο μπροστινό μέρος του μανδύα μαρτυρούσε την ιδιότητά τους. Μολονότι η βροχή τούς μισοέκρυβε, από τον τρόπο που κάθονταν πάνω στις σέλες τους, διέκρινες έπαρση κι αλαζονεία. Αψηφισιά. Απολάμβαναν να δείχνουν αυτό που ήταν.
Ο αρχηγός τους, ο Τσαρλ Γκέντγουιν, ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος του Ραντ, μετρίου ύψους κι, όπως ο Τόρβαλ, φορούσε το Ξίφος και τον Δράκοντα σε ένα καλοραμμένο πανωφόρι με ψηλό γιακά, φτιαγμένο από το καλύτερο μαύρο μετάξι. Το ξίφος του ήταν φτιαγμένο από εξαίσιο ασήμι κι η δουλεμένη με ασήμι ζώνη του ξίφους του ήταν δεμένη γύρω από τη μέση του με μια ασημένια αγκράφα σε σχήμα σφιγμένης γροθιάς. Ο Γκέντγουιν αυτοαποκαλούνταν Τσόροβαν’μ’χαήλ, που στην Παλιά Γλώσσα σήμαινε Ηγέτης της Θύελλας, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Πάντως, αν μη τι άλλο ταίριαζε γάντι με τον καιρό.