Выбрать главу

Στάθηκε λίγο πιο μέσα από την είσοδο της πολυποίκιλτης πράσινης σκηνής του Ραντ κι απέμεινε να κοιτάει σκυθρωπός τη νεροποντή. Μια φρουρά έφιππων Συντρόφων κύκλωναν τη σκηνή, ούτε τριάντα βήματα μακρύτερα, αν κι ήταν ελάχιστα ορατοί. Θα μπορούσαν να είναι αγάλματα, έτσι όπως αγνοούσαν εντελώς την καταιγίδα.

«Περίμενες να βρω τίποτα μ’ αυτόν τον καιρό;» μουρμούρισε ο Γκέντγουιν, κοιτώντας πάνω από τον ώμο του τον Ραντ. «Άρχοντα Δράκοντα», πρόσθεσε ένα δευτερόλεπτο αργότερα. Η ματιά του ήταν σκληρή και προκλητική, αλλά έτσι ήταν πάντα, είτε κοιτούσε έναν άντρα είτε έναν φράχτη. «Ο Ρόσεντ κι εγώ φέραμε οκτώ Αφοσιωμένους και σαράντα Στρατιώτες, αρκετοί για να αφανίσουν έναν στρατό ή να τρομάξουν δέκα βασιλιάδες. Θα μπορούσαμε να κάνουμε ακόμα και μια Άες Σεντάι να ανοιγοκλείσει τα μάτια της από τρόμο», πρόσθεσε κάπως πικρόχολα. «Που να καώ, εμείς οι δύο μπορούμε να κάνουμε καλή δουλειά από μόνοι μας. Ή εσύ, τουλάχιστον. Τι τους θες τους άλλους;»

«Περιμένω υπακοή εκ μέρους σου, Γκέντγουιν», είπε ο Ραντ ψυχρά. Ηγέτης της Θύελλας; Κι ο Μάνελ Ρόσεντ, ο δεύτερος αξιωματικός του Γκέντγουιν, αυτοαποκαλούνταν Μπαϊτζάν’μ’χαήλ, Αρχηγός της Επίθεσης. Τι πήγαινε να σκαρώσει ο Τάιμ με όλους αυτούς τους καινούργιους βαθμούς; Το πιο σημαντικό όμως ήταν πως αυτός ο άνθρωπος κατασκεύαζε όπλα κι αυτά τα όπλα παρέμεναν γερά για να χρησιμοποιηθούν κάμποσες φορές. «Επίσης, δεν περιμένω να μου ξοδεύεις τον χρόνο αμφισβητώντας τις διαταγές μου».

«Όπως προστάζεις, Άρχοντα Δράκοντα», μουρμούρισε ο Γκέντγουιν. «Θα στείλω αμέσως άντρες». Με έναν κοφτό χαιρετισμό, τοποθετώντας τη γροθιά του στο στήθος του, ο άντρας βγήκε έξω, στην καταιγίδα. Ο χείμαρρος του νερού φάνηκε να λυγίζει καθώς έπεφτε μετωπικά πάνω στη μικρή θωράκιση που είχε υφάνει γύρω από τον εαυτό του. Ο Ραντ αναρωτήθηκε αν ο άντρας είχε συνειδητοποιήσει πόσο κοντά στον θάνατο είχε βρεθεί, όταν άδραξε το σαϊντίν χωρίς προειδοποίηση.

Πρέπει να τον σκοτώσεις πριν σε σκοτώσει αυτός, χασκογέλασε ο Λουζ Θέριν. Και θα το κάνουν, ξέρεις. Οι νεκροί δεν μπορούν να προδώσουν κανέναν. Η φωνή μέσα στο κεφάλι του Ραντ πήρε μια χροιά απορίας. Μερικές φορές, όμως, δεν πεθαίνουν. Είμαι νεκρός εγώ; Εσύ;

Οι λέξεις άρχισαν να χάνονται και να γίνονται σαν βουητό μύγας, ελάχιστα αντιληπτό. Από τη στιγμή που επανεμφανίστηκε μέσα στο κεφάλι του Ραντ, ο Λουζ Θέριν σπάνια σώπαινε, εκτός αν εξαναγκαζόταν. Την περισσότερη ώρα έδινε την εντύπωση πως είχε αποτρελαθεί, ενώ ήταν πιο θυμωμένος απ’ όσο συνήθως, κάποιες φορές και πιο δυνατός. Η φωνή εισέβαλλε στα όνειρα του Ραντ κι, όταν έβλεπε τον εαυτό του σε όνειρο, δεν ήταν πάντα ο ίδιος αυτός που παρατηρούσε. Ούτε έβλεπε πάντα τον Λουζ Θέριν ή, τουλάχιστον, το πρόσωπο που αναγνώριζε ως Λουζ Θέριν. Μερικές φορές ήταν θολό, παρότι αόριστα οικείο, κι ο ίδιος ο Λουζ Θέριν έμοιαζε ξαφνιασμένος από την παρουσία του. Κι αυτό ήταν μια ένδειξη του πόσο πολύ είχε προχωρήσει η τρέλα εκείνου του άντρα. Ίσως κι η δική του.

Όχι ακόμα, σκέφτηκε ο Ραντ. Δεν έχω την πολυτέλεια να τρελαθώ ακόμα.

Πότε, λοιπόν; ψιθύρισε ο Λουζ Θέριν, προτού ο Ραντ προλάβει να τον κάνει να σωπάσει ξανά.

Με την άφιξη του Γκέντγουιν και των Άσα’μαν, το σχέδιο του να απωθήσει τους Σωντσάν προς τα δυτικά τέθηκε σε εφαρμογή. Προχωρούσε πολύ αργά, ωστόσο, όπως κάποιος που βαδίζει σε βαλτωμένους δρόμους. Μετακίνησε αμέσως το στρατόπεδο του, δίχως να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει τις κινήσεις του. Δεν είχε νόημα να διατηρήσει κανενός είδους μυστικότητα. Με το που κατέφθασαν οι κέμαρος, τα νέα άρχισαν να ταξιδεύουν αργά μέσω των περιστεριών και πολύ πιο αργά μέσω των αγγελιοφόρων. Εντούτοις, δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως τον παρακολουθούσε ο Λευκός Πύργος, οι Αποδιωγμένοι κι οποιοσδήποτε άλλος έβλεπε κάποιο πλεονέκτημα ή μειονέκτημα στα μέρη που πήγαινε ο Αναγεννημένος Δράκοντας, και που είχε τη δυνατότητα να δωροδοκήσει έναν στρατιώτη. Ίσως να τον παρακολουθούσαν ακόμα κι οι Σωντσάν. Αν αυτός μπορούσε να στείλει ανιχνευτές για να τους εντοπίσει, γιατί να μην έκαναν το ίδιο κι εκείνοι; Ωστόσο, ούτε καν οι Άσα’μαν δεν γνώριζαν για ποιον λόγο μετακινούνταν.

Ενόσω ο Ραντ παρακολουθούσε τεμπέλικα τους άντρες του να διπλώνουν τη σκηνή του και να την τοποθετούν σε μια καρότσα με ψηλούς τροχούς, ο Γουίραμον εμφανίστηκε πάνω σε ένα από τα άλογά του, ένα καμαρωτό λευκό μουνούχι της καλύτερης Δακρυνής ράτσας. Η βροχή είχε κοπάσει, αν και τα γκρίζα σύννεφα εξακολουθούσαν να καλύπτουν σαν πέπλο τον μεσημεριανό ήλιο, κι ένιωθες τον αέρα τόσο πυκνό, που θα έλεγες πως μπορούσες να τον ζουλήξεις και να στύψεις νερό με τα ίδια σου τα χέρια. Το Λάβαρο του Δράκοντα και το Λάβαρο του Φωτός κρέμονταν άκαμπτα και μουσκεμένα στα ψηλά κοντάρια τους.