Выбрать главу

Οι Δακρυνοί Υπερασπιστές είχαν αντικαταστήσει τους Συντρόφους και, καθώς ο Γουίραμον κάλπαζε μέσα από τον κύκλο των καβαλάρηδων που σχημάτιζαν, κοίταξε βλοσυρά τον Ρόντριβαρ Τίχερα, έναν λιπόσαρκο άντρα, σκουρόχρωμο ακόμα και για Δακρυνό, με μια κοντή και ψαλιδισμένη γενειάδα, μυτερή στην άκρη. Ένας από τους υποδεέστερους ευγενείς, αναγκασμένος να ανέλθει χρησιμοποιώντας τις ικανότητές του και μόνον, ο Τίχερα ήταν σχολαστικός μέχρι το έπακρο. Τα παχιά άσπρα φτερά που ανεβοκατέβαιναν στην περιφέρεια της περικεφαλαίας του πρόσθεσαν μια χροιά καλλωπισμού στην εξεζητημένη υπόκλιση που έκανε προς το μέρος του Γουίραμον. Το συνοφρύωμα του Υψηλού Άρχοντα έγινε ακόμα πιο έντονο.

Δεν ήταν αναγκαίο για τον Ηγέτη της Πέτρας να ηγείται προσωπικά της σωματοφυλακής του Ραντ, κάτι που έκανε συχνά ωστόσο, όπως ακριβώς ο Μάρκολιν ηγούνταν συχνά αυτοπροσώπως των Συντρόφων. Μια δριμύτατη αντιζηλία είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους Υπερασπιστές και στους Συντρόφους, γύρω από το ποιος θα έπρεπε να φρουρεί τον Ραντ. Οι Δακρυνοί διεκδικούσαν το δικαίωμα αυτό, επειδή είχε διοικήσει για περισσότερο καιρό στο Δάκρυ, αλλά οι Ιλιανοί έλεγαν πως, σε τελική ανάλυση, ήταν ο Βασιλιάς του Ίλιαν. Ίσως ο Γουίραμον να είχε ακούσει κάποιες γκρίνιες ανάμεσα στους Υπερασπιστές, ότι, δηλαδή, είχε έρθει η ώρα να αποκτήσει και το Δάκρυ τον δικό του βασιλιά, και ποιος θα ήταν καλύτερος από τον άντρα που είχε καταλάβει την Πέτρα; Ο Γουίραμον συμφωνούσε απόλυτα με το αίτημα αλλά όχι και με την επιλογή του άντρα που θα φορούσε το στέμμα. Δεν ήταν ο μόνος.

Τα χαρακτηριστικά του άντρα, μόλις πρόσεξε τον Ραντ να τον κοιτάζει, χαλάρωσαν και ξεπέζεψε από την επιχρυσωμένη του σέλα για να κάνει μια υπόκλιση που, δίπλα της, αυτή του Τίχερα φάνταζε απλοϊκή. Ήταν τόσο ευθυτενής, που θα μπορούσε κάλλιστα να κορδώνεται ακόμα και στον ύπνο του. Ωστόσο, έκανε μια αόριστη γκριμάτσα, καθώς η λουστραρισμένη του μπότα ακούμπησε στη λάσπη. Φορούσε μια κάπα για τη βροχή, έτσι ώστε να εμποδίζει το πούσι να αγγίξει τα όμορφα ρούχα του, αλλά ακόμα κι αυτή καλυπτόταν από χρυσά κεντήματα, ενώ ο γιακάς του ήταν γεμάτος ζαφείρια. Παρά το βαθυπράσινο μεταξωτό πανωφόρι του Ραντ, με τις χρυσές μέλισσες να σκαρφαλώνουν στα μανίκια και στο πέτο, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να σκεφτεί, κι όχι άδικα, πως η Κορώνα από Ξίφη ανήκε στο κεφάλι του άλλου άντρα.

«Άρχοντα Δράκοντα», απάγγειλε με μονότονη φωνή ο Γουίραμον. «Δυσκολεύομαι να εκφράσω πόσο χαρούμενος είμαι που σε βλέπω να περιστοιχίζεσαι από Δακρυνούς. Ο κόσμος θα λυπόταν πολύ αν συνέβαινε τίποτα δυσάρεστο». Ήταν αρκετά ευφυής ώστε να μην αποκαλέσει φανερά τους Συντρόφους αναξιόπιστους, αν και κατά βάθος αυτό υπονοούσε.

«Θα συμβεί, αργά ή γρήγορα», αποκρίθηκε ξερά ο Ραντ. Αφού τελειώσουν πρώτα με τα πανηγύρια. «Ξέρω πολύ καλά πόσο λυπημένος θα ένιωθες, Γουίραμον».

Ο τύπος κορδώθηκε, χαϊδεύοντας τη μυτερή άκρη της γκριζωπής του γενειάδας. Άκουσε αυτό που επιθυμούσε να ακούσει. «Μάλιστα, Άρχοντα Δράκοντα, μπορείς να είσαι σίγουρος για τη σταθερότητα μου. Να γιατί έδειξα ενδιαφέρον για τις διαταγές που μου έφερε σήμερα το πρωί ο άνθρωπος σου». Επρόκειτο για τον Άντλεϋ. Πολλοί από τους ευγενείς πίστευαν πως, αν οι Άσα’μαν προσποιούνταν πως ήταν απλώς υπηρέτες του Ραντ, θα φάνταζαν κάπως λιγότερο επικίνδυνοι. «Πολύ συνετό εκ μέρους σου να ξαποστείλεις τους περισσότερους Καιρχινούς. Και τους Ιλιανούς, φυσικά, το δίχως άλλο. Είναι απόλυτα κατανοητό ακόμα για ποιον λόγο περιόρισες τον Γκέγιαμ και τους υπόλοιπους». Οι μπότες του Γουίραμον πάφλασαν πάνω στη λάσπη, καθώς ο άντρας έκανε ένα βήμα πιο κοντά κι η φωνή του πήρε μια εκμυστηρευτική χροιά. «Πιστεύω πως κάποιοι —δεν θα έλεγα πως μηχανορραφούν εναντίον σου, αλλά δεν νομίζω πως η αφοσίωση τους είναι σαν τη δικιά μου, χωρίς να επιδέχεται την παραμικρή αμφιβολία». Η φωνή του άλλαξε πάλι χροιά, έγινε δυνατή και σίγουρη, η φωνή ενός άντρα που η μόνη του έγνοια είναι οι ανάγκες του ανθρώπου που υπηρετεί. Αυτού που σίγουρα θα τον έκανε τον πρώτο Βασιλιά του Δακρύου. «Επίτρεψέ μου να σου παραδώσω όλους τους οπλίτες μου, Άρχοντα Δράκοντα. Μαζί τους, και με τη βοήθεια των Υπερασπιστών, μπορώ να διαφυλάξω την τιμή και την υπόληψη του Άρχοντα του Πρωινού, καθώς και να εγγυηθώ την ασφάλειά του».