Η Ρενάιλ ντιν Κάλον, ντυμένη σε κιτρινοκόκκινα μετάξια και με τα μπράτσα διπλωμένα αλαζονικά κάτω από τα στήθη της, στεκόταν μπροστά από δεκαεννέα ξυπόλητες γυναίκες με χέρια γεμάτα τατουάζ και μπλούζες με λαμπερά χρώματα. Οι περισσότερες φορούσαν παντελόνια και φαρδιά ζωνάρια, εξίσου εκθαμβωτικά. Ο ιδρώτας που γυάλιζε στα σκούρα πρόσωπα δεν μείωνε ούτε στο ελάχιστο τη βαριά αξιοπρέπειά τους. Μερικές ήταν σκυμμένες πάνω από δαντελωτά χρυσά κουτιά, κρεμασμένα γύρω από τον λαιμό τους, εισπνέοντας τα βαριά αρώματα. Πέντε φαρδιοί χρυσοί κρίκοι διαπερνούσαν καθένα από τ’ αυτιά της Ρενάιλ ντιν Κάλον, ενώ μια αλυσίδα γεμάτη μενταγιόν διέτρεχε την απόσταση από το αριστερό μάγουλο έως έναν κρίκο περασμένο στη μύτη της. Κάθε μία από τις τρεις γυναίκες που στέκονταν σε μικρή απόσταση πίσω της φορούσε οκτώ σκουλαρίκια κι ελαφρώς λιγότερα κρεμαστά στολίδια από μάλαμα. Αυτός ήταν ο τρόπος ιεραρχίας των Θαλασσινών, για τις γυναίκες τουλάχιστον. Όλες υπάκουαν στη Ρενάιλ ντιν Κάλον, Ανεμοσκόπο της Κυράς των Πλοίων των Άθα’αν Μιέρε, αλλά ακόμα κι οι δύο μαθητευόμενες στο πίσω μέρος, ντυμένες με μαύρα παντελόνια και μπλούζες από λινό αντί για μετάξι, πρόσθεταν στην ατμόσφαιρα τη χρυσαφένια τους αύρα. Μόλις εμφανίστηκε η Αβιέντα με τις άλλες δύο, η Ρενάιλ ντιν Κάλον κοίταξε προκλητικά τον ήλιο, ο οποίος είχε αποχωρήσει πλέον από το ζενίθ του. Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν καθώς έστρεψε το βλέμμα της επάνω τους. Τα μάτια της ήταν μαύρα, σε έντονη αντίθεση με το ξεθωριασμένο λευκό των μαλλιών της, και το βλέμμα της απαιτητικό κι έκδηλα ανυπόμονο.
Η Ηλαίην με τη Νυνάβε σταμάτησαν απότομα, αναγκάζοντας και την Αβιέντα να κάνει το ίδιο. Η κοπέλα πρόσεξε πως αντάλλαξαν ανήσυχες ματιές μεταξύ τους κι ανάσαιναν βαριά. Δεν έβλεπε με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να ξεφύγουν. Το καθήκον έδενε χειροπόδαρα την κονταδελφή της και τη Νυνάβε, κι οι ίδιες ήταν εκείνες που είχαν σφίξει γερά τους κόμπους.
«Θα φροντίσω για τον Πλεχτό Κύκλο», μουρμούρισε η Νυνάβε μέσα από τα δόντια της, κι η Ηλαίην αποκρίθηκε με κάπως πιο σταθερή φωνή: «Κι εγώ θα επιβεβαιώσω ότι οι αδελφές είναι έτοιμες».
Άφησαν ελεύθερα τα χέρια της Αβιέντα κι έλαβαν αντικριστές θέσεις κρατώντας ψηλά τις φούστες τους, ακολουθούμενες από την Μπιργκίτε και τον Λαν. Έτσι, η κοπέλα έμεινε μόνη της, αντικρίζοντας το βλέμμα της Ρενάιλ ντιν Κάλον, την αετίσια ματιά μιας γυναίκας που ήξερε καλά πόσο υψηλά ιστάμενη ήταν κι ότι κανείς δεν μπορούσε να την εκτοπίσει. Ευτυχώς, η Ανεμοσκόπος της Κυράς των Πλοίων στράφηκε γρήγορα στις συντρόφους της, τόσο γοργά, που η άκρη από τη φαρδιά κίτρινη ζώνη της διέγραψε μια τροχιά στον αέρα. Οι υπόλοιπες Ανεμοσκόποι μαζεύτηκαν γύρω της, λες και κρέμονταν από τα σιωπηλά της λόγια. Αν τη χτυπούσε έστω και μία φορά, σίγουρα θα κατάστρεφε τα πάντα. Η Αβιέντα πάσχισε να μην τις αγριοκοιτάζει, αλλά, όσο κι αν προσπαθούσε να κοιτάξει αλλού, το βλέμμα της επέστρεφε στις γυναίκες. Κανείς δεν είχε το δικαίωμα να φέρει σε δύσκολη θέση την κονταδελφή της. Κρίκοι στις μύτες! Ας άρπαζε στα χέρια της αυτήν την αλυσίδα, κι η Ρενάιλ ντιν Κάλον Μπλε Άστρο δεν θα είχε πια την ίδια έκφραση στο πρόσωπό της.
Μαζεμένες στη μια άκρη της αυλής των στάβλων, η μικροκαμωμένη Μέριλιλ Κήντεβιν κι άλλες τέσσερις Άες Σεντάι κοιτούσαν εξεταστικά τις Ανεμοσκόπους, οι περισσότερες με κάποια ενόχληση, η οποία κρυβόταν πίσω από μια παγερή ηρεμία. Ακόμα κι η λυγερόκορμη ασπρομαλλούσα Βαντέν Ναμέλ με τη σχεδόν δίδυμη πρωταδελφή της, την Αντελέας, που συνήθως έδινε την εντύπωση της πιο ατάραχης απ’ όλες, μοιράζονταν αυτό το συναίσθημα. Πότε-πότε, όλο και κάποια ίσιωνε τον λεπτό λινό μανδύα για τη σκόνη ή σκούπιζε τη σκιστή μεταξωτή φούστα της. Οι ξαφνικές ριπές του ανέμου όντως σήκωναν λίγη σκόνη κι ανάδευαν τους ιριδίζοντες μανδύες των πέντε Προμάχων πίσω τους, ωστόσο ήταν προφανές ότι οι κινήσεις των Άες Σεντάι οφείλονταν σε νευρικότητα. Μόνο η Σάριθα, που φρουρούσε όρθια ένα μεγάλο άσπρο δέμα σε σχήμα δίσκου, δεν αντιδρούσε σπασμωδικά, αλλά έδειχνε μάλλον συνοφρυωμένη. Η... υπηρέτρια... της Μέριλιλ, η Πολ, μόρφαζε με δυσαρέσκεια πιο πίσω. Οι Άες Σεντάι αποδοκίμαζαν με ζέση τη συμφωνία που είχε κατεβάσει τις Άθα’αν Μιέρε από τα πλοία τους και τους είχε δώσει το δικαίωμα να κοιτάζουν τις ίδιες με τόση απαιτητικότητα κι ανυπομονησία, αλλά ήταν εξαιτίας αυτής της συμφωνίας που οι αδελφές είχαν καταπιεί τη γλώσσα τους και πνίγονταν μέσα στον ίδιο τον θυμό τους. Πράγμα το οποίο πάσχιζαν να κρύψουν· ίσως και να το είχαν καταφέρει με τους υδρόβιους. Η τρίτη ομάδα γυναικών, που ήταν μαζεμένες κοντά-κοντά στην αντικριστή μεριά της αυλής, έβγαζε τα δικά της συμπεράσματα.