Ήταν σίγουρη πως η Ελάιντα τής ήταν ευγνώμων για την ευκαιρία, γι’ αυτό και την ανακάλεσε από την εξορία και τον ατιμασμό, δίνοντας της την ευκαιρία να επανορθώσει. Σάρκασε χλευαστικά, κι αν ένας λύκος κοιτούσε στα βάθη της κουκούλας του μανδύα της, ίσως και να λιποψυχούσε. Όσα είχαν λάβει χώρα εδώ και είκοσι χρόνια ήταν απαραίτητο να συμβούν, και το Φως να κάψει όσους μουρμούριζαν πως θα πρέπει να ήταν ανακατεμένο το Μαύρο Άτζα. Ήταν απαραίτητο και σωστό, αλλά η Τοβέιν Γκάζαλ είχε εκδιωχτεί από τη θέση που κατείχε στην Αίθουσα εξαναγκασμένη να ουρλιάζει για έλεος από τους ραβδισμούς, με όλες αυτές τις αδελφές να παρακολουθούν το μαρτύριο της, ενώ ακόμα κι οι μαθητευόμενες κι οι Αποδεχθείσες γίνονταν μάρτυρες του γεγονότος πως κι οι Καθήμενες υπόκειντο στον νόμο, αν και δεν αναφερόταν πουθενά σε τι είδους νόμο. Κι ύστερα, την έστειλαν να δουλέψει αυτά τα τελευταία είκοσι χρόνια στους απομονωμένους Μαύρους Λόφους, στη φάρμα της Κυράς Γιάρα Ντόγουιλ, μιας γυναίκας για την οποία μια Άες Σεντάι που εξέτιε την ποινή της στην εξορία δεν διέφερε σε τίποτα από οποιονδήποτε άλλο εργάτη που δούλευε μέσα στους ήλιους και τα χιόνια. Τα χέρια της Τοβέιν μετακινήθηκαν καθώς κρατούσε τα γκέμια. Αισθανόταν ακόμα τους κάλλους. Η Κυρά Ντόγουιλ —ακόμα και τώρα δεν μπορούσε να φανταστεί αυτή τη γυναίκα δίχως τον τιμητικό τίτλο που απαιτούσε η ίδια να της προσδίδουν— η Κυρά Ντόγουιλ, λοιπόν, πίστευε στη σκληρή δουλειά. Η δε πειθαρχία που επέβαλλε ήταν πιο σφικτή από αυτήν που επιβαλλόταν στις μαθητευόμενες! Δεν έδειχνε καθόλου οίκτο σε όποιον προσπαθούσε να αποφύγει τη σκληρή καταπόνηση την οποία μοιραζόταν κι η ίδια, και δεν λυπόταν καθόλου μια γυναίκα που το έσκαγε για να σαλιαρίσει με κάποιο χαριτωμένο αγόρι. Αυτή ήταν η ζωή της Τοβέιν τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η δε Ελάιντα, είχε καταφέρει να διαφύγει δίχως να την πάρουν είδηση και να ανέλθει στα σκαλοπάτια της εξουσίας μέχρι την Έδρα της Άμερλιν, μια θέση που η Τοβέιν ονειρευόταν κάποτε για τον εαυτό της. Όχι, δεν ήταν καθόλου ευγνώμων. Απλώς, είχε μάθει να περιμένει να της παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία.
Ξαφνικά, ένας ψηλός άντρας με σκούρο μανδύα και με μαύρα μαλλιά που έπεφταν έως τους ώμους του, σπιρούνισε το άλογό του και ξεπήδησε από το δάσος στον δρόμο, μπροστά της, τινάζοντας τριγύρω χιόνι. «Δεν υπάρχει λόγος να μονομαχήσουμε», ανακοίνωσε με σταθερή φωνή, ανασηκώνοντας ένα γαντοφορεμένο χέρι. «Παραδοθείτε ήσυχα και κανείς δεν θα πάθει κακό».
Δεν ήταν η εμφάνισή του, ούτε και τα λόγια του, που ανάγκασαν την Τοβέιν να φρενάρει τον καλπασμό της, με αποτέλεσμα να μαζευτούν πίσω της οι υπόλοιπες αδελφές. «Πάρτε τον», είπε ήρεμα. «Καλύτερα να συνδεθείτε. Με έχει θωρακίσει». Φαίνεται πως κάποιος από αυτούς τους Άσα’μαν είχε παρουσιαστεί μπροστά της. Πολύ βολικό γι’ αυτόν.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως δεν συνέβαινε τίποτα κι αποτράβηξε το βλέμμα της από τον τύπο για να κοιτάξει συνοφρυωμένη την Τζενάρε. Το ωχρό και τετραγωνισμένο πρόσωπο της γυναίκας έμοιαζε εντελώς αποστραγγισμένο από αίμα. «Τοβέιν», είπε με κάποια αστάθεια στη φωνή της, «είμαι κι εγώ θωρακισμένη».
«Κι εγώ», ανακοίνωσε η Λεμάι χωρίς να το πιστεύει και με κομμένη την ανάσα, κι οι υπόλοιπες εναρμονίστηκαν με τα λεγόμενά τους, φρενιασμένες σχεδόν. Όλες τους ήταν θωρακισμένες.
Κι άλλοι άντρες με μαύρους μανδύες φάνηκαν ανάμεσα στα δέντρα, με τα άλογά τους να βηματίζουν αργά γύρω-γύρω. Η Τοβέιν σταμάτησε το μέτρημα στους δεκαπέντε. Οι Φρουροί μουρμούρισαν αγριεμένοι, περιμένοντας την προσταγή κάποιας αδελφής. Δεν ήξεραν τίποτα ακόμα, παρά μόνο ότι ένα τσούρμο αγύρτες τους είχαν στήσει ενέδρα. Η Τοβέιν πλατάγισε οργισμένη τη γλώσσα της. Ήταν προφανές πως δεν μπορούσαν να διαβιβάσουν όλοι αυτοί οι άντρες, αλλά φαίνεται πως ο κάθε Άσα’μαν που είχε αυτή την ικανότητα είχε στραφεί εναντίον της. Δεν πανικοβλήθηκε. Αντίθετα με κάποιες από τις αδελφές που την ακολουθούσαν, δεν ερχόταν πρώτη φορά αντιμέτωπη με άντρες που είχαν τη δυνατότητα της διαβίβασης. Ο ψηλός άντρας άρχισε να προχωράει προς το μέρος της χαμογελώντας, σκεπτόμενος προφανώς πως είχαν υπακούσει στη γελοία του διαταγή.
«Μόλις δώσω το πρόσταγμα», είπε η γυναίκα ήσυχα, «θα σκορπίσουμε προς κάθε κατεύθυνση. Όταν βρεθείτε αρκετά μακριά, έτσι που ο άντρας να χάσει τον έλεγχο της ασπίδας», —οι άντρες πίστευαν ανέκαθεν πως έπρεπε να βλέπουν το αντικείμενο τους για να κρατήσουν την ύφανση, πράγμα που σήμαινε πως δεν μπορούσαν να ενεργήσουν διαφορετικά— «γυρίστε πίσω και βοηθήστε τους Φρουρούς. Ετοιμαστείτε». Ύψωσε τη φωνή της και κραύγασε: «Φρουροί, πολεμήστε τους!»