Η Αβιέντα τής έριξε μια φευγαλέα ματιά και φάνηκε να καταλαβαίνει. Η Ηλαίην δεν ήταν σίγουρη αν αυτό της άρεσε ή όχι. Αν μη τι άλλο, έπαψαν οι συζητήσεις περί Ραντ και φιλιών. Για λίγο, τουλάχιστον. Η Αβιέντα είχε κάμποσες γνώσεις σχετικά με τους άντρες —είχε ταξιδέψει μαζί τους ως Κόρη του Δόρατος κι είχε πολεμήσει πλάι τους— αλλά ποτέ της δεν ήθελε να είναι κάτι περισσότερο από Φαρ Ντάραϊς Μάι, κι έτσι το... χάσμα ήταν τεράστιο. Ακόμα και με τις κούκλες της, όταν ήταν μικρή, πάντα έπαιζε παιχνίδια με λόγχες κι επιδρομές. Ποτέ της δεν είχε ερωτοτροπήσει, δεν το καταλάβαινε, όπως και δεν καταλάβαινε γιατί αισθανόταν έτσι όταν η ματιά του Ραντ έπεφτε επάνω της, καθώς κι εκατό άλλα πράγματα, τα οποία η Ηλαίην είχε αρχίσει να μαθαίνει από την πρώτη φορά που πρόσεξε ένα αγόρι να την κοιτάζει διαφορετικά απ’ ό,τι κοίταζε τα άλλα αγόρια. Περίμενε από την Ηλαίην να τη διδάξει όλα αυτά τα πράγματα, κι η Ηλαίην όντως προσπάθησε. Δεν είχε πρόβλημα να μιλήσει στην Αβιέντα για οτιδήποτε. Αρκεί να μην αναφερόταν συχνά ο Ραντ ως παράδειγμα. Ας ήταν εκεί, και θα του έδινε ένα χαστούκι που θα ήταν όλο δικό του. Έπειτα, θα τον φιλούσε. Μετά, θα τον χαστούκιζε ξανά.
Όχι, η διαδρομή δεν ήταν διόλου ευχάριστη. Μάλλον θλιβερή.
Η Νυνάβε τής έκανε κάμποσες ακόμα σύντομες επισκέψεις, προτού έρθει τελικά για να της ανακοινώσει πως η αγροικία του Σογιού βρισκόταν ακριβώς μπροστά τους, αλλά δεν ήταν ακόμα ορατή γιατί την κάλυπτε ένας χαμηλός στρογγυλός λόφος, που έμοιαζε έτοιμος να σωριαστεί από τη μια μεριά. Η Ρεάνε ήταν απαισιόδοξη στην εκτίμησή της· ο ήλιος δεν είχε δύσει εδώ και δύο ώρες.
«Σύντομα θα είμαστε εκεί», είπε η Νυνάβε στην Ηλαίην, χωρίς να προσέχει το σκυθρωπό βλέμμα που της έριξε η άλλη ως απάντηση. «Λαν, πες στη Ρεάνε να έρθει εδώ, σε παρακαλώ. Καλό θα είναι να αντικρίσουν κάτι γνώριμο». Ο άντρας πήρε μια στροφή με το άλογό του κι η Νυνάβε μετακινήθηκε πάνω στη σέλα της για να καρφώσει με τη ματιά της τις αδελφές. «Λοιπόν, δεν θέλω να τις τρομάξετε σε καμία περίπτωση. Λίγα τα λόγια σας μέχρι να μας παρουσιαστεί η ευκαιρία να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Και κρύψτε τα πρόσωπά σας. Καλύψτε τα με τις κουκούλες από τους μανδύες σας». Ίσιωσε το παράστημα της, δίχως να περιμένει απάντηση, κι έκανε ένα νεύμα ικανοποίησης. «Ωραία, όλα είναι στην εντέλεια. Σου ορκίζομαι, Ηλαίην, δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο έκανες τόση φασαρία. Απ’ όσο βλέπω, όλοι κάνουν το καθήκον τους».
Η Ηλαίην έτριξε τα δόντια της κι ευχήθηκε να είχαν φτάσει ήδη στο Κάεμλυν. Εκεί θα κατευθύνονταν μόλις ξεμπέρδευαν με αυτό. Είχε ληξιπρόθεσμους λογαριασμούς στην πατρίδα της. Το μόνο που έπρεπε να κάνει εκεί ήταν να πείσει τους ισχυρότερους Οίκους πως ο Θρόνος του Λιονταριού τής ανήκε παρά τη μακρόχρονη απουσία της, όπως επίσης και να βάλει στη θέση τους έναν δυο αντίπαλους διεκδικητές. Δεν θα αντιμετώπιζε αυτό το πρόβλημα, αν βρισκόταν εκεί όταν χάθηκε η μητέρα της, όταν πέθανε, αλλά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ιστορία του Άντορ, αργά ή γρήγορα θα εμφανίζονταν. Ωστόσο, δεν έδινε την εντύπωση ότι επρόκειτο για κάτι δύσκολο.
4
Ένα Ήσυχο Μέρος
Η αγροικία του Σογιού, μια άναρχα εξαπλωμένη περιοχή περισσότερων από μια ντουζίνα μεγάλων κτηρίων από λευκό σοβά, με επίπεδες οροφές που λαμπύριζαν κάτω από τον ήλιο, απλωνόταν σε μια πλατιά κοιλάδα κυκλωμένη από τρεις χαμηλούς λόφους. Τέσσερις τεράστιες αποθήκες ήταν χτισμένες ακριβώς πάνω στην πλαγιά του ψηλότερου λόφου με την επίπεδη κορυφή και με τη μία πλευρά που κατέληγε σε απότομους γκρεμούς πέρα από τις αποθήκες. Λιγοστά ψηλά δέντρα, που δεν είχαν χάσει ακόμα όλα τους τα φύλλα, παρείχαν μια υποψία σκιάς στην αυλή του αγροκτήματος. Βόρεια κι ανατολικά, οι ελαιώνες έμοιαζαν να παρελαύνουν στις πλαγιές των λόφων. Μια ελαφρά κινητικότητα ήταν εμφανής στο αγρόκτημα, με τουλάχιστον εκατό ανθρώπους να πηγαινοέρχονται παρά την απογευματινή κάψα, ασχολούμενοι με τις καθημερινές τους δουλειές, αν και με ελάχιστη βιασύνη.
Θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ένα μικρό χωριό αντί για αγροικία, μόνο που δεν φαίνονταν πουθενά ούτε άντρες ούτε παιδιά. Όχι ότι η Ηλαίην περίμενε να δει κάτι άλλο. Ήταν ένας ενδιάμεσος σταθμός για τις γυναίκες του Σογιού που περνούσαν μέσα από το Έμπου Νταρ κατευθυνόμενες οπουδήποτε, πράγμα που σήμαινε πως δεν υπήρχαν αρκετές μέσα στην πόλη, αλλά αυτό ήταν μυστικό, όπως κι η ίδια η ύπαρξη του Σογιού. Δημοσίως, η αγροικία ήταν γνωστή σε ακτίνα μεγαλύτερη από διακόσια μίλια ως καταφύγιο γυναικών, ένα μέρος περισυλλογής και προσωρινής διαφυγής από τα βάσανα του κόσμου για λίγες μέρες, μια βδομάδα ή και παραπάνω. Η Ηλαίην μπορούσε να αγγίξει σχεδόν τη γαλήνη στην ατμόσφαιρα. Ίσως να μετάνιωνε που έφερνε τα προβλήματα του κόσμου σε αυτό το ήσυχο μέρος, όμως μαζί έφερνε και νέες ελπίδες.