Το ένα ήταν ένα παράξενο κόσμημα, ένα χρυσό βραχιόλι ενωμένο με δαχτυλίδια μέσω τεσσάρων ομοιόμορφων αλυσίδων, που κάθε εκατοστό της επιφάνειάς του είχε χαραχτεί με ένα περίτεχνο, λαβυρινθώδες σχέδιο. Ήταν το ισχυρότερο από τα δύο, ισχυρότερο κι από τη χελώνα που είχε στο πουγκί της. Ήταν φτιαγμένο για χέρι μικρότερο από το δικό της ή της Αβιέντα. Παραδόξως, το βραχιόλι είχε μια μικροσκοπική κλειδαριά, συμπληρωμένη με ένα μικροσκοπικό σωληνωτό κλειδί που κρεμόταν από μια φίνα αλυσίδα που προφανώς έπρεπε να αφαιρεθεί. Μαζί με το κλειδί! Το άλλο παρίστανε μια καθιστή γυναίκα, φτιαγμένη από σκούρο πολυκαιρισμένο φίλντισι, με τα πόδια διπλωμένα μπροστά της και τα εκτεθειμένα της γόνατα γυμνά, αλλά με μαλλιά τόσο μακριά κι οργιώδη, ώστε ακόμα κι ο βαρύτερος μανδύας δεν θα την έκανε να φαίνεται περισσότερο κουκουλωμένη. Δεν ήταν τόσο δυνατό όσο η χελώνα, αλλά η Ηλαίην το βρήκε πολύ γοητευτικό. Το ένα χέρι της γυναίκας αναπαυόταν στο γόνατο, με την παλάμη προς τα επάνω και τα δάχτυλα σε τέτοια διάταξη, που ο αντίχειρας άγγιζε τις άκρες των δύο μεσαίων δακτύλων, ενώ το άλλο χέρι ήταν ανασηκωμένο, με τα πρώτα δυο δάχτυλα υψωμένα και τα υπόλοιπα διπλωμένα. Η φιγούρα απέπνεε μιαν αύρα υπέρτατης μεγαλοπρέπειας, ωστόσο το ντελικάτα δουλεμένο πρόσωπο αποκάλυπτε ευθυμία και ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Μήπως είχε φτιαχτεί για μία συγκεκριμένη γυναίκα; Έμοιαζε με προσωπικό αντικείμενο, τρόπον τινά. Ίσως το είχαν φτιάξει την Εποχή των Θρύλων. Μερικά τερ’ανγκριάλ, λόγω του πελώριου μεγέθους τους, χρειάζονταν άντρες κι άλογα —ακόμα και τη χρήση της Δύναμης— για να μετακινηθούν, μα τα περισσότερα ανγκριάλ ήταν αρκετά μικρά για να τα κουβαλάς επάνω σου· όχι όλα, αλλά τα περισσότερα.
Τραβούσαν το καναβάτσο που κάλυπτε μερικά άλλα ψάθινα πανέρια, όταν η Νυνάβε φάνηκε να έρχεται με δρασκελιές προς το μέρος τους. Οι Άθα’αν Μιέρε, χωρίς να κουτσαίνουν πια, άρχισαν να βγαίνουν με τάξη από ένα κτήριο της αγροικίας. Η Μέριλιλ μιλούσε με τη Ρενάιλ ή, για την ακρίβεια, η Ανεμοσκόπος μιλούσε κι η Μέριλιλ άκουγε. Η Ηλαίην αναρωτήθηκε τι είχε συμβεί εκεί μέσα. Η λυγερόκορμη Γκρίζα δεν έμοιαζε τόσο ικανοποιημένη πλέον. Το κοπάδι των γυναικών του Σογιού είχε μεγαλώσει. Η Ηλαίην δεν πρόλαβε καλά-καλά να τους ρίξει μια ματιά, κι άλλες τρεις φάνηκαν να βαδίζουν διστακτικά προς την αγροικία, ενώ άλλες δύο στέκονταν στην περιφέρεια του ελαιώνα κοιτώντας αναποφάσιστα τριγύρω. Διαισθάνθηκε την Μπιργκίτε κάπου εκεί έξω, στο αλσύλλιο, ελάχιστα λιγότερο νευρική από πριν.
Η Νυνάβε έριξε μια ματιά στον σωρό των τερ’ανγκριάλ και τράβηξε την πλεξούδα της. Κάπου είχε χάσει το καπέλο της. «Μπορεί να περιμένει», είπε με έναν τόνο αηδίας στη φωνή της. «Ήρθε η ώρα».
5
Το Ξέσπασμα της Θύελλας
Ο ήλιος μόλις είχε εγκαταλείψει το ζενίθ του στον ορίζοντα, όταν αναρριχήθηκαν στο πολυπατημένο φιδογυριστό μονοπάτι προς την κορυφή του λόφου με τις απόκρημνες πλαγιές, πάνω από τις αποθήκες. Αυτό ήταν το σημείο που είχε επιλέξει η Ρενάιλ. Ήταν απολύτως λογικό, απ’ όσα τουλάχιστον ήξερε η Ηλαίην σχετικά με τη διαχείριση του καιρού και τα οποία είχε μάθει από μια Ανεμοσκόπο των Θαλασσινών, για να είναι σίγουρη. Το να αλλάξεις οτιδήποτε πέρα από την άμεση περιοχή σου απαιτούσε να δουλέψεις με μεγάλες αποστάσεις, πράγμα που σήμαινε ότι είχες τη δυνατότητα να ατενίζεις μακριά, κάτι πολύ πιο εύκολο στη θάλασσα παρά στη στεριά. Εκτός κι αν βρισκόσουν στην κορυφή ενός βουνού ή λόφου. Απαιτούσε επίσης ένα επιδέξιο χέρι, για να μην προκληθούν καταρρακτώδεις βροχές, ανεμοστρόβιλοι και το Φως ξέρει τι άλλο ακόμα. Ό,τι κι αν έκανες, όμως, τα αποτελέσματα εξαπλώνονταν σαν κυματισμοί από μια πέτρα που πέταξες σε λίμνη. Δεν είχε καμία όρεξη, τέλος πάντων, να ηγηθεί του κύκλου που θα χρησιμοποιούσε το Κύπελλο.