Η κορυφή του λόφου ήταν γυμνή από χαμόκλαδα κι ομοιόμορφη, αλλά σε καμία περίπτωση επίπεδη. Έμοιαζε με τραχύ πέτρινο τραπέζι, πενήντα πόδια μακρύ και πλατύ, με άπλετο χώρο για να τους χωρέσει όλους, τόσο αυτούς που ήταν απαραίτητο να βρίσκονται εκεί όσο και τους άλλους, για να ακριβολογούμε. Από ύψος τουλάχιστον πενήντα ποδών πάνω από την αγροικία, η εντυπωσιακή θέα απλωνόταν για μίλια ολόκληρα, σαν κεντητό πάπλωμα αποτελούμενο από αγρούς, βοσκοτόπια, δάση κι ελαιώνες. Το καφετί και το μαραμένο κίτρινο ανακατεύονταν με δεκάδες αποχρώσεις του πράσινου, διψώντας γι’ αυτό που ήταν προορισμένα να κάνουν, αλλά, ακόμα κι έτσι, η Ηλαίην εντυπωσιάστηκε από την εκθαμβωτική ομορφιά. Παρά τη σκόνη στον αέρα, που φάνταζε σαν αχνή ομίχλη, μπορούσε να δει πολύ μακριά! Η περιοχή ήταν αρκετά επίπεδη, μ’ εξαίρεση εκείνους τους λίγους λόφους. Το Έμπου Νταρ βρισκόταν εκτός οπτικού πεδίου, στον Νότο, ακόμα κι αν επικαλούνταν τη Δύναμη· ωστόσο, ζορίζοντας κάπως το βλέμμα της, ίσως να μπορούσε να το διακρίνει. Το σίγουρο ήταν πως, με λίγη προσπάθεια, θα είχε τη δυνατότητα να δει τον Ποταμό Έλνταρ. Συναρπαστική θέα, αλλά μερικούς τους άφηνε αδιάφορους.
«Μία ώρα χαμένη», γκρίνιαζε η Νυνάβε, αγριοκοιτάζοντας με βλέμμα λοξό τη Ρεάνε αλλά και τις υπόλοιπες. Απόντος του Λαν, φαινόταν πως είχε βρει την ευκαιρία να ξεσπάσει. «Σχεδόν μία ώρα, ίσως και πιο πολύ. Εντελώς χαμένος χρόνος. Υποθέτω πως η Άλις είναι αρκετά ικανή, αλλά ήταν σαν η Ρεάνε να γνώριζε ποιος ήταν εκεί! Μα το Φως! Αν αυτή η ανόητη γυναίκα μού ξαναμείνει στα χέρια...!» Η Ηλαίην ήλπιζε πως δεν θα σταματούσε τόσο εύκολα. Από τη στιγμή που ξεσπούσε, η οργή της ξεχυνόταν σαν καταρράκτης.
Η Ρεάνε προσπάθησε να διατηρήσει ένα παρουσιαστικό ευχάριστο κι ενθουσιώδες, ωστόσο τα χέρια της δεν έπαψαν στιγμή να σιάζουν και να τακτοποιούν τη φούστα της. Η Κίρστιαν, κάθιδρη, έσφιγγε τις ιδρωμένες παλάμες της κι έμοιαζε έτοιμη να ξεράσει ανά πάσα στιγμή· όποτε την κοιτούσε κάποιος, οποιοσδήποτε, εκείνη ριγούσε. Η τρίτη γυναίκα του Σογιού, η Γκαρένια, ήταν έμπορος από τη Σαλδαία, με θεληματική μύτη και πλατύ στόμα, μια κοντή γυναίκα με λεπτούς γοφούς, δυνατότερη από τις άλλες δύο, η οποία δεν έμοιαζε πολύ μεγαλύτερη της Νυνάβε. Μια γλιστερή υγρασία λαμποκοπούσε πάνω στο ωχρό της πρόσωπο, ενώ τα σκοτεινά της μάτια γούρλωναν όποτε αντίκριζαν τις Άες Σεντάι. Η Ηλαίην πίστευε πως σύντομα θα διαπίστωνε κατά πόσον τα μάτια κάποιας μπορούσαν όντως να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Τουλάχιστον, η Γκαρένια είχε σταματήσει να γογγύζει, κάτι που δεν έπαψε να κάνει κατά τη διάρκεια της ανάβασης στον λόφο.
Υπήρχε κι ένα άλλο ζευγάρι που ίσως ήταν αρκετά δυνατό —αν και το Σόι δεν έδινε πολλή σημασία σε κάτι τέτοια— αλλά η τελευταία είχε πάρει δρόμο εδώ και τρεις μέρες. Καμιά άλλη στην αγροικία δεν συγκρινόταν μαζί της. Να γιατί η Νυνάβε ένιωθε ακόμη αηδιασμένη. Αυτός ήταν ο ένας λόγος. Ο άλλος ήταν πως η Γκαρένια ήταν από τις πρώτες που βρέθηκαν, λιποθυμισμένη στην αυλή του αγροκτήματος. Επιπλέον, είχε λιποθυμήσει ξανά τις πρώτες δύο φορές που συνήλθε, μόλις η ματιά της έπεσε πάνω σε μια από τις αδελφές. Η Νυνάβε, φυσικά, δεν θα παραδεχόταν ποτέ ότι έπρεπε να κάνει κάτι τόσο απλό όσο το να ρωτήσει την Άλις, η οποία βρισκόταν ακόμα στο αγρόκτημα. Ή να πει στην Άλις τι ακριβώς έψαχνε πριν τη ρωτήσει. Πίστευε πως δεν υπήρχε άνθρωπος αρκετά λογικός για να ξεχωρίζει το πάνω από το κάτω. Εκτός από την ίδια.
«Θα μπορούσαμε να έχουμε τελειώσει!» γρύλισε η Νυνάβε. «Να κλείναμε την...!» Έτρεμε σχεδόν από την προσπάθεια που κατέβαλλε να μην αγριοκοιτάξει τις Θαλασσινές, καθώς εκείνες μαζεύονταν κοντά στο ανατολικό άκρο του πέτρινου τραπεζιού. Η Ρενάιλ, χειρονομώντας αλαφιασμένη, έμοιαζε να δίνει οδηγίες. Και τι δεν θα έδινε η Ηλαίην για να ακούσει τι έλεγε.
Το σκληρό βλέμμα της Νυνάβε στράφηκε και προς τη Μέριλιλ, την Κάρεαν και τη Σάριθα, η οποία ακόμα κρατούσε σφικτά επάνω της το τυλιγμένο σε μετάξι Κύπελλο. Η Αντελέας με τη Βαντέν είχαν παραμείνει κάτω απομονωμένες μαζί με την Ισπάν. Οι τρεις αδελφές κουβέντιαζαν αναμεταξύ τους δίχως να δίνουν σημασία στη Νυνάβε, εκτός κι αν τους απηύθυνε τον λόγο, αλλά το βλέμμα της Μέριλιλ γλιστρούσε μερικές φορές προς την κατεύθυνση των Ανεμοσκόπων κι αποτραβιόταν γρήγορα· τα γαλήνια σαν μάσκα χαρακτηριστικά της δεν έπειθαν και πολύ κι έγλειψε τα χείλη της με την άκρη της γλώσσας της.
Άραγε, μήπως είχε κάνει κάποιο λάθος εκεί κάτω ενώ τις Θεράπευε; Η Μέριλιλ είχε διαπραγματευτεί συμφωνίες κι είχε μεσολαβήσει για να λυθούν έριδες μεταξύ εθνών· ελάχιστες στον Λευκό Πύργο θεωρούνταν καλύτερές της. Η Ηλαίην, ωστόσο, θυμόταν μια ιστορία που άκουσε κάποτε, κάτι σαν αστείο, σχετικά με έναν Ντομανό έμπορο, έναν Θαλασσινό Κύριο των Φορτίων και μια Άες Σεντάι. Δεν ήταν πολλοί αυτοί που έλεγαν ανέκδοτα για τις Άες Σεντάι· δεν θεωρούνταν και τόσο ασφαλές. Ο έμπορος κι ο Κύριος των Φορτίων βρήκαν έναν συνηθισμένο βράχο στην παραλία και βάλθηκαν να τον πουλάνε ο ένας στον άλλον, βγάζοντας μάλιστα κέρδος κάθε φορά. Τότε, τους πλησίασε μια Άες Σεντάι. Ο Ντομανός έμπορος έπεισε την Άες Σεντάι να αγοράσει αυτήν την απλή πέτρα δίνοντας δύο φορές περισσότερα απ’ όσα είχε δώσει την τελευταία φορά. Κατόπιν, ο Άθα’αν Μιέρε έπεισε την Άες Σεντάι να αγοράσει την ίδια πέτρα από τον ίδιο στη διπλάσια τιμή. Δεν ήταν παρά ένα ανέκδοτο, χαρακτηριστικό όμως του τι πίστευε ο κόσμος. Ίσως οι πιο ηλικιωμένες αδελφές να μην κατάφερναν να κλείσουν καλύτερη συμφωνία με τις Θαλασσινές.