Выбрать главу

«Και γιατί το μελέτησαν;» ρώτησε η Ρενάιλ με απαιτητικό ύφος. «Γιατί ενδιαφέρθηκε τόσο για κάτι τέτοιο ο Λευκός Πύργος; Μήπως εσείς, οι Άες Σεντάι, το μελετάτε ακόμα;»

«Αυτό καταντά γελοίο». Η οργή έσταζε από τη φωνή της Σάριθα. «Αν θέλεις να μάθεις, ο λόγος για τον οποίον ενδιαφέρθηκαν ήταν το πρόβλημα με τους άντρες που μπορούν να διαβιβάσουν. Το Τσάκισμα του Κόσμου ήταν ακόμα μία έντονη ανάμνηση για μερικούς. Φαντάζομαι πως οι περισσότερες αδελφές δεν θα το θυμούνται καν —δεν αποτελούσε μέρος της υποχρεωτικής διδασκαλίας πριν από τους Πολέμους των Τρόλοκ— αλλά στον κύκλο μπορούν να συμμετάσχουν κι άντρες και, καθώς ο κύκλος δεν σπάει, ακόμα κι αν πας για ύπνο... Ε, βλέπετε τα πλεονεκτήματα. Δυστυχώς, η αποτυχία ήταν απόλυτη. Για να επανέλθω όμως, επαναλαμβάνω πως είναι αδύνατον να εξαναγκάσεις μια γυναίκα να ενωθεί με τον κύκλο. Αν αμφιβάλλετε, δοκιμάστε το και θα δείτε».

Η Ρενάιλ συγκατάνευσε, αποδεχόμενη τελικά τα λόγια της. Δεν ήταν και πολλά αυτά που μπορούσε να κάνει κανείς όταν μια Άες Σεντάι ανέφερε ένα γεγονός ως τετελεσμένο. Η Ηλαίην, ωστόσο, εξακολουθούσε να αναρωτιέται. Τι υπήρχε, άραγε, στις σελίδες που δεν είχαν διασωθεί; Σε κάποιο σημείο, είχε παρατηρήσει μια αδιόρατη αλλαγή στην κυματιστή χροιά της φωνής της Σάριθα. Είχε να κάνει πολλές ερωτήσεις. Αργότερα όμως, όταν θα υπήρχαν λιγότερα αυτιά τριγύρω.

Όταν η Ρενάιλ κι η Σάριθα αποτραβήχτηκαν, η Νυνάβε ίσιωσε με μια σπασμωδική κίνηση τη σκιστή της φούστα, εμφανώς εξοργισμένη που την είχαν διακόψει, κι άνοιξε το στόμα της ξανά για να μιλήσει.

«Συνέχισε την επίδειξη, Νυνάβε», την πρόσταξε άγρια η Κάιρε. Το σκοτεινό της πρόσωπο θα μπορούσε να είναι λείο σαν παγωμένη λίμνη, αλλά ούτε κι αυτή ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένη.

Το στόμα της Νυνάβε κινήθηκε πριν βγάλει ήχο κι, όταν τα κατάφερε, τα λόγια ξεχύθηκαν ασυγκράτητα, λες και φοβόταν πως όλο και κάποιος θα τη διέκοπτε πάλι.

Το επόμενο μέρος του μαθήματος αφορούσε στη μεταβίβαση του ελέγχου του κύκλου. Έπρεπε κι αυτό να γίνει εθελοντικά και, καθώς απλωνόταν προς τη Νυνάβε, η Ηλαίην κράτησε την ανάσα της μέχρι που αισθάνθηκε την αδιόρατη αλλαγή που σήμαινε πως τώρα ήλεγχε τη Δύναμη που έρεε μέσα της. Και μέσα από τη Νυνάβε, φυσικά. Δεν ήταν σίγουρη κατά πόσον θα λειτουργούσε. Η Νυνάβε είχε τη δυνατότητα να φτιάξει εύκολα έναν κύκλο, αν κι όχι με ιδιαίτερη λεπτότητα, αλλά η μεταβίβαση της διαχείρισής του απαιτούσε ένα είδος υποταγής· ήταν εξαιρετικά δύσκολο για τη Νυνάβε να παραιτηθεί του ελέγχου ή να συμμετάσχει στον κύκλο, όπως ακριβώς κάποτε δυσκολευόταν να αφεθεί στο σαϊντάρ. Να γιατί η Ηλαίην διατηρούσε προς το παρόν τον έλεγχο. Έπρεπε να μεταβιβαστεί στην Κάιρε, κι η Νυνάβε μπορεί να μην κατάφερνε να τον αποχωριστεί δύο φορές. Ίσως εκείνες οι συγγνώμες να της ήταν πολύ πιο εύκολες.

Η Ηλαίην συνδέθηκε μετά με την Αβιέντα, έτσι ώστε να μπορέσει να κατανοήσει η Τάλααν πώς γίνεται η δουλειά με ένα ανγκριάλ, όσο τουλάχιστον μπορούσε να κατανοήσει, κι όλα πήγαν τέλεια· η Αβιέντα μάθαινε πολύ γρήγορα και συμμείχθηκε εύκολα. Η Τάλααν ήταν το ίδιο γρήγορη, όπως αποδείχτηκε, προσθέτοντας την ακόμα μεγαλύτερη κι υποβοηθούμενη από το ανγκριάλ ροή της χωρίς κανένα πρόβλημα. Μία-μία, η Ηλαίην τις περιέλαβε όλες, κι η ίδια σχεδόν αναρίγησε από τον ποταμό της Δύναμης που κυλούσε μέσα της. Καμιά τους δεν απορροφούσε ακόμα όση ποσότητα μπορούσε, αλλά η ενέργεια διαρκώς αύξαινε, ειδικά από τη στιγμή που μπήκε στο παιχνίδι και το ανγκριάλ. Η αντίληψη της Ηλαίην, με κάθε προσθήκη σαϊντάρ, άγγιζε νέα ύψη. Μπορούσε να οσμιστεί τα βαριά αρώματα στα δαντελωτά χρυσαφιά κουτιά που φορούσαν οι Ανεμοσκόποι στους λαιμούς τους και να ξεχωρίσει το ένα από το άλλο. Διέκρινε κάθε πιέτα, κάθε πτυχή στα φορέματα τόσο ξεκάθαρα, λες και πίεζε τη μύτη της πάνω στο ύφασμα κι ακόμα περισσότερο. Αντιλαμβανόταν και την πιο αδιόρατη κίνηση του αέρα πάνω στα μαλλιά και στην επιδερμίδα της, χάδια που δεν θα πρόσεχε ποτέ δίχως τη Δύναμη.

Βέβαια, αυτή δεν ήταν όλη η γκάμα της αντιληπτικότητάς της. Ο σύνδεσμος είχε κάποια συγκεκριμένη συγγένεια με τον δεσμό των Προμάχων, ήταν εξίσου σφοδρός και κατά κάποιον τρόπο πολύ πιο οικείος. Ήξερε πως μια μικροσκοπική φουσκάλα που είχε προκληθεί από την ανάβαση του λόφου ήταν η αιτία για έναν ελαφρύ πόνο στη δεξιά φτέρνα της Νυνάβε· η Νυνάβε ανέκαθεν υποστήριζε πως τα παπούτσια έπρεπε να είναι καλά και γερά, αλλά είχε μία αδυναμία στα κεντητά πασούμια. Το πρόσωπό της ήταν βλοσυρό και το βλέμμα της είχε καρφωθεί στην Κάιρε. Τα μπράτσα της ήταν σταυρωμένα, ενώ τα δάχτυλα πάνω στα οποία είχε εφαρμόσει το ανγκριάλ έπαιζαν με την πλεξούδα που ήταν ριγμένη πίσω από τον δεξιό της ώμο. Έμοιαζε με την προσωποποίηση της γαλήνης· μέσα της, ωστόσο, στροβιλιζόταν μια δίνη συναισθημάτων. Φόβος, ανησυχία, προσμονή, οργή, επιφυλακτικότητα κι ανυπομονησία συγκρούονταν μεταξύ τους και, πάνω απ’ όλα, καλύπτοντας τα πάντα μερικές φορές, κυματισμοί θερμότητας και κύματα έξαψης που απειλούσαν να αναφλεγούν. Αυτά τα τελευταία η Νυνάβε τα κατέπνιξε γρήγορα, ειδικά την έξαψη, μα εκείνα επέστρεφαν. Η Ηλαίην πίστεψε πως μπορούσε να τα αναγνωρίσει, αλλά έμοιαζαν με κάτι που πιάνεις φευγαλέα με την άκρη του ματιού σου κι εξαφανίζεται μόλις γυρίσεις το κεφάλι σου.