Η Σουλέιν μετακίνησε ελαφρώς τα γκέμια κι ο Σεγκάνι ανυψώθηκε ανάλαφρα, γυρνώντας προς το ραβδωτό φτερό του. Ήταν ένα καλά εκπαιδευμένο ράκεν, γοργό κι ευέλικτο, το αγαπημένο της, αν κι έπρεπε να μοιράζεται την απόλαυση να πετάει μαζί του. Πάντα υπήρχαν περισσότεροι μόρατ’ράκεν από ράκεν. Θεωρούνταν δεδομένο. Κάτω, στην αγροικία, οι μπάλες φωτιάς ξεπηδούσαν λες από το πουθενά και διασκορπίζονταν προς κάθε κατεύθυνση. Προσπάθησε να μη δώσει σημασία. Η δουλειά της ήταν να παραφυλάει για τυχόν φασαρίες από τη μεριά της περιοχής γύρω από την αγροικία. Αν μη τι άλλο, ο καπνός είχε πάψει να υψώνεται από το μέρος που είχαν σκοτωθεί η Τάουαν κι η Μάκου, στον ελαιώνα.
Στα χίλια βήματα πάνω από το έδαφος, η θέα που είχε ήταν άπλετη. Όλα τα άλλα ράκεν είχαν φύγει για να ανιχνεύσουν την ύπαιθρο. Κάθε γυναίκα που έτρεχε θα σημαδευόταν για κατοπινό έλεγχο, έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν επρόκειτο για κάποια από αυτές που προκάλεσαν όλη αυτήν τη φασαρία, αν και, για να λέμε την αλήθεια, όποιος έβλεπε ένα ράκεν σ’ αυτή την περιοχή, το πιθανότερο ήταν να το βάλει στα πόδια. Το μόνο που είχε να κάνει η Σουλέιν ήταν να προσέχει για κάποια επερχόμενη φασαρία. Ευχήθηκε να μην ένιωθε αυτή τη φαγούρα ανάμεσα στις ωμοπλάτες της. Σήμαινε πως σύντομα θα είχαν μπελάδες. Ο άνεμος που προκαλούσε η πτήση του Σεγκάνι ήταν ό,τι πρέπει με αυτή την ταχύτητα, αλλά η γυναίκα τράβηξε το λουρί της κερωμένης λινής κουκούλας της πιο σφιχτά κάτω από το πηγούνι της, δοκίμασε τους δερμάτινους ιμάντες ασφαλείας που την κρατούσαν πάνω στη σέλα, έσιαξε τα κρυσταλλικά γυαλιά της και φόρεσε τα εφαρμοστά της γάντια.
Περισσότερες από εκατό Ουράνιες Πυγμές ήταν ήδη προσγειωμένες στο έδαφος και, το σημαντικότερο, έξι σουλ’ντάμ με νταμέην κι άλλη μια ντουζίνα που κουβαλούσαν σακίδια γεμάτα περίσσια α’ντάμ. Η δεύτερη πτήση θα αναχωρούσε από τους λόφους, στον Νότο, με ενισχύσεις. Θα ήταν καλύτερα να ενίσχυαν την πρώτη επιδρομή, αλλά δεν υπήρχαν πολλά το’ράκεν ανάμεσα στους Χαϊλέν, κι οι βάσιμες φήμες έλεγαν πως σε πολλούς από αυτούς είχε ανατεθεί το έργο να περάσουν την Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ κι ολόκληρη την ακολουθία της από την Αμαδισία. Δεν ήταν σωστό να κάνει άσχημες σκέψεις για τη Γενιά, αλλά ευχήθηκε να είχαν σταλεί περισσότερα το’ράκεν στο Έμπου Νταρ. Κανείς μόρατ’ράκεν δεν εκτιμούσε τα τεράστια κι άγαρμπα το’ράκεν, κατάλληλα μόνο για να κουβαλούν φορτία, αλλά θα μπορούσαν να στείλουν γρηγορότερα περισσότερες Ουράνιες Πυγμές στο έδαφος, περισσότερες σουλ’ντάμ.
«Φημολογείται πως υπάρχουν εκατοντάδες μαράθ’νταμέην εκεί κάτω», είπε δυνατά η Έλια, πίσω από την πλάτη της. Όταν πετάς στον ουρανό χρειάζεται να μιλάς δυνατά για να ακούγεσαι πάνω από τον ορμητικό άνεμο. «Ξέρεις τι θα κάνω με το μερίδιό μου από το χρυσάφι; Θα αγοράσω ένα πανδοχείο. Απ’ όσο είδα, το Έμπου Νταρ μοιάζει το κατάλληλο μέρος. Μπορεί, μάλιστα, να βρω κι έναν σύζυγο και να κάνω παιδιά. Πώς σου φαίνεται;»
Η Σουλέιν μειδίασε πίσω από τον αντιανεμικό μανδύα της. Κάθε ιπτάμενη ήθελε να αγοράσει ένα πανδοχείο —ή μια ταβέρνα ή ακόμα κι ένα αγρόκτημα, μερικές φορές— αλλά ποια μπορούσε να εγκαταλείψει τα ουράνια; Χτύπησε χαϊδευτικά τη βάση του μακρόστενου και σκληρού λαιμού του Σεγκάνι. Κάθε ιπτάμενη γυναίκα —στους τέσσερις ιπτάμενους, οι τρεις ήταν γυναίκες— μιλούσε για συζύγους και παιδιά, αλλά αυτό σήμαινε πως οι πτήσεις της θα λάμβαναν τέλος. Οι γυναίκες που εγκατέλειπαν τις Ουράνιες Πυγμές μέσα σε ένα μήνα ήταν πιο πολλές από αυτές που άφηναν τους ουρανούς μέσα σε μισό χρόνο.
«Νομίζω πως πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοικτά», απάντησε. Όχι ότι έκανε κακό λίγη κουβεντούλα. Είχε τη δυνατότητα να διακρίνει ακόμα κι ένα παιδί ανάμεσα στους ελαιώνες, πόσω μάλλον κάτι που θα απειλούσε τις Ουράνιες Πυγμές. Ακόμα κι οι ελαφρύτερα θωρακισμένοι στρατιώτες ήταν εξίσου σκληροί με τους Φρουρούς του Θανάτου, ίσως και σκληρότεροι σύμφωνα με μερικούς. «Εγώ, με το μερίδιό μου, θα αγοράσω μια νταμέην και θα μισθώσω μια σουλ’ντάμ». Οι μισές μαράθ’νταμέην απ’ όσες ανέφεραν οι φήμες να βρίσκονταν εκεί κάτω, θα μπορούσε να αγοράσει δύο νταμέην με το μερίδιό της. Τρεις, ίσως! «Μια νταμέην εκπαιδευμένη να φτιάχνει Ουράνια Φώτα. Όταν αφήσω τους ουρανούς, θα είμαι πλούσια όσο κι ένας από τη Γενιά». Είχαν κι εδώ κάτι που το έλεγαν «πυροτεχνήματα» —είχε δει κάποιους που προσπαθούσαν εις μάτην να εντυπωσιάσουν τη Γενιά στο Τάντσικο— αλλά ποιος θα εντυπωσιαζόταν από κάτι τόσο μίζερο, συγκρινόμενο με τα Ουράνια Φώτα; Είχαν κάνει δεμάτι εκείνους τους τύπους και τους είχαν πετάξει σε έναν δρόμο εκτός πόλεως.