Выбрать главу

Άθελά του, κοίταξε τον ουρανό. Δεν είδε τίποτα, φυσικά, εκτός από ένα ζευγάρι περιστέρια. Ξαφνικά, ένα γεράκι όρμησε μέσα στο οπτικό του πεδίο και το ένα περιστέρι χάθηκε σε ένα συνονθύλευμα φτερών. Το άλλο άρχισε να πετάει μανιασμένα προς την Μπεθάλ.

«Πήρες τελικά την απόφασή σου, Πέριν Αϋμπάρα;» ρώτησε η Νέβαριν, κάπως κοφτά. Η πρασινομάτα Σοφή έμοιαζε νεότερη ακόμα κι από την Εντάρα, ίσως μάλιστα να μην ήταν μεγαλύτερη του, και δεν είχε επάνω της τη χαρακτηριστική γαλήνη της γαλανομάτας γυναίκας. Η εσάρπα γλίστρησε από τα μπράτσα της καθώς τοποθέτησε τις γροθιές στους γοφούς της, κι ο Πέριν ήταν σχεδόν σίγουρος πως θα την έβλεπε να κουνάει ένα δάχτυλο κάτω από τη μύτη του. Ή μία γροθιά. Του θύμισε τη Νυνάβε, αν κι οι δύο γυναίκες δεν έμοιαζαν στο ελάχιστο. Μπροστά στη Νέβαριν, η Νυνάβε θα φάνταζε πλαδαρή. «Τι νόημα έχει να σου δίνουμε συμβουλές αφού δεν ακούς;» ρώτησε απαιτητικά. «Έχει κανένα νόημα;»

Η Φάιλε κι η Μπερελαίν ορθώθηκαν πάνω στις σέλες τους, αμφότερες όσο πιο κορδωμένες μπορούσαν να είναι, έχοντας ταυτόχρονα τη χαρακτηριστική οσμή της προσμονής και της αβεβαιότητας. Η αβεβαιότητα αυτή τους προκαλούσε εκνευρισμό· σε καμιά τους δεν άρεσε αυτό το ελάττωμα. Η Σέονιντ ήταν αρκετά μακριά για να μπορέσει να ανιχνεύσει την οσμή της, αλλά τα ερμητικά κλειστά χείλη μιλούσαν από μόνα τους για τη διάθεσή της. Η προσταγή που της είχε δώσει η Εντάρα να μη μιλάει εκτός κι αν της απευθύνουν τον λόγο την εξόργιζε. Ωστόσο, πολύ θα ήθελε να τον δει να παίρνει σοβαρά τις συμβουλές των Σοφών· τον κοίταξε έντονα, λες και το βλέμμα της θα μπορούσε να του ασκήσει πίεση και να τον αναγκάσει να κάνει αυτό που θέλουν. Η αλήθεια ήταν πως ο Πέριν ήθελε να διαλέξει εκείνη, αλλά δίσταζε. Πόσο ισχυρός, άραγε, ήταν ο όρκος πίστης που είχε δώσει στον Ραντ; Απ’ όσο είχε δει μέχρι στιγμής, μάλλον ισχυρότερος απ’ ό,τι φανταζόταν, αλλά από την άλλη, μέχρι ποιο σημείο ήταν δυνατόν να εμπιστευθεί μια Άες Σεντάι; Η άφιξη των δύο Προμάχων της Σέονιντ τον απάλλαξε από αυτές τις σκέψεις για λίγα λεπτά.

Βάδισαν μαζί, αν κι όταν έφυγαν ήταν χώρια, κρατώντας τα άλογά τους ανάμεσα στα δέντρα κατά μήκος της ράχης, προκειμένου να μην είναι ορατοί από την πόλη. Ο Φούρεν ήταν Δακρυνός, μελαψός όπως το χώμα, με γκρίζες λωρίδες στα κατσαρά μαύρα μαλλιά του, ενώ ο Τέρυλ, ένας Μουραντιανός, ήταν είκοσι χρόνια νεότερος, με μαλλιά σε σκούρο κόκκινο χρώμα, κατσαρά μουστάκια και μάτια πιο γαλανά από της Εντάρα. Πάντως, ήταν σαν να βγήκαν κι οι δύο από το ίδιο καλούπι, ψηλοί, ευθυτενείς και σκληροί. Ξεπέζεψαν ήρεμα, με τους μανδύες τους να αλλάζουν χρώματα και να εξαφανίζονται με τρόπο που σου προκαλούσε ζαλάδα, κι έδωσαν την αναφορά τους στη Σέονιντ, αγνοώντας επί τούτου τις Σοφές. Και τον Πέριν.

«Είναι χειρότερα απ’ ό,τι στον Βορρά», είπε ο Φούρεν με αηδία. Μερικές σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν σαν χάντρες στο μέτωπό του, αλλά κανείς τους δεν έμοιαζε να επηρεάζεται από τη ζέστη. «Οι τοπικοί άρχοντες έχουν κλειστεί στα αρχοντικά τους ή κρύβονται μέσα στην πόλη, ενώ οι στρατιώτες της Βασίλισσας παραμένουν εντός των τειχών. Εγκατέλειψαν την επαρχία στα χέρια των αντρών του Προφήτη. Και στους λήσταρχους, αν κι ο γύρω τόπος δεν έχει πολλούς από δαύτους, ενώ οι άνθρωποι του Προφήτη βρίσκονται παντού. Νομίζω πως η Αλιάντρε θα χαρεί πολύ να σε δει».

«Όχλος», ρουθούνισε περιφρονητικά ο Τέρυλ, χτυπώντας με δύναμη τα γκέμια πάνω στην παλάμη του. «Ποτέ μου δεν είδα πάνω από δεκαπέντε, είκοσι σ’ ένα μέρος, οπλισμένους κυρίως με δίκρανα και με ακόντια για αγριόχοιρους. Ήταν κουρελήδες σαν ζητιάνοι. Κατάλληλοι, βέβαια, για να φοβίζουν τους αγρότες, αλλά θα έλεγες πως οι άρχοντες θα τους είχαν ξεπαστρέψει και θα τους κρεμούσαν σωρηδόν. Η Βασίλισσα θα σου φιλήσει το χέρι προκειμένου να δει μια αδελφή».

Η Σέονιντ άνοιξε το στόμα της και κατόπιν κοίταξε την Εντάρα που ένευσε. Αν μη τι άλλο, το να πάρει άδεια για να μιλήσει έκανε τα χείλη της Πράσινης να κλείσουν ακόμα πιο ερμητικά. Ωστόσο, ο τόνος της φωνής της ήταν μαλακός σαν βούτυρο. «Δεν υπάρχει λόγος να αναβάλλεις κι άλλο την απόφασή σου, Άρχοντα Αϋμπάρα». Έδωσε κάπως έμφαση στον τίτλο, ξέροντας πολύ καλά πόσο δικαιωματικά τον είχε αποκτήσει. «Η σύζυγός σου μπορεί να διεκδικήσει έναν μεγάλο Οίκο κι η Μπερελαίν είναι μια ηγέτιδα, αλλά οι Οίκοι της Σαλδαία δεν υπολογίζονται πολύ εδώ και το Μαγιέν είναι το μικρότερο απ’ όλα τα έθνη. Μια Άες Σεντάι ως απεσταλμένη θα φανεί στα μάτια της Αλιάντρε σαν να σε καθοδηγεί ο Λευκός Πύργος». Ενθυμούμενη ίσως πως η Ανούρα μπορούσε να τα καταφέρει εξίσου καλά με την ίδια, βιάστηκε να συνεχίσει. «Επιπλέον, έχω ξαναπάει στην Γκεάλνταν κι είμαι αρκετά γνωστή. Η Αλιάντρε όχι μόνο θα με δεχτεί αμέσως, αλλά θα ακούσει κι ό,τι έχω να της πω».