Η Εγκουέν ανασηκώθηκε, τακτοποιώντας τη φούστα της καθώς έκανε μια γύρα στο τραπέζι. Η Σιουάν είχε μαζέψει κάμποσες πληροφορίες σήμερα, οι οποίες μπορούσαν να αποδειχτούν χρήσιμες. Δεν ήταν η μόνη που έκρυβε μυστικά. Η Σέριαμ φάνηκε έκπληκτη όταν σταμάτησε αρκετά κοντά, επιτρέποντας στην άλλη γυναίκα να σηκωθεί.
«Κόρη, πληροφορήθηκα πως, λίγες μέρες αφού η Σιουάν κι η Ληάνε έφτασαν στο Σαλιντάρ, έφυγαν δέκα αδελφές, δύο από κάθε Άτζα εκτός από το Γαλάζιο. Πού πήγαν και γιατί;»
Τα μάτια της Σέριαμ στένεψαν κάπως, αλλά η ηρεμία έμοιαζε με άνετο φόρεμα επάνω της. «Μητέρα, δεν είναι δυνατόν να θυμάμαι κάθε...»
«Μην υπεκφεύγεις, Σέριαμ». Η Εγκουέν πήγε λίγο κοντύτερα, μέχρι που τα γόνατά τους σχεδόν αγγίχτηκαν. «Δεν θέλω ούτε ψέματα ούτε παραλείψεις. Πες μου την αλήθεια».
Ένα κατσούφιασμα χάραξε το λείο μέτωπο της Σέριαμ. «Μητέρα, ακόμα κι αν ήξερα, δεν είναι σωστό να κάθεσαι να ασχολείσαι με την όποια ασημαντότητα...»
«Την αλήθεια, Σέριαμ. Όλη την αλήθεια. Αλλιώς, θα απευθύνω ερώτημα στην Αίθουσα για ποιο λόγο η Τηρήτρια μου αρνείται να μου την αποκαλύψει. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα τη μάθω, Κόρη. Θα τη μάθω».
Το κεφάλι της Σέριαμ περιστράφηκε, λες κι έψαχνε τρόπο διαφυγής. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στην Τσέσα, κυρτωμένη πάνω από το κέντημά της, και ξεφύσησε ανακουφισμένη. «Αύριο, Μητέρα, όταν θα είμαστε μόνες, θα σου τα εξηγήσω όλα. Πρώτα πρέπει να μιλήσω με μερικές αδελφές».
Ώστε είχαν σκοπό να προετοιμάσουν όσα θα της έλεγε η Σέριαμ το επόμενο πρωί. «Τσέσα», είπε η Εγκουέν. «Περίμενε έξω, σε παρακαλώ». Μολονότι η Τσέσα έμοιαζε προσηλωμένη στη δουλειά της και δεν φαινόταν να δίνει σημασία σε οτιδήποτε άλλο, σηκώθηκε αμέσως και βγήκε αστραπιαία από την πόρτα της σκηνής. Όταν οι Άες Σεντάι ήταν στα μαχαίρια, όποιος είχε λίγο μυαλό στο κεφάλι του προτιμούσε να απομακρυνθεί. «Λοιπόν, Κόρη», είπε η Εγκουέν. «Την αλήθεια. Όσα γνωρίζεις. Μην ανησυχείς, είναι σαν να είμαστε μόνες μας», συμπλήρωσε όταν η Σέριαμ έριξε μια ματιά στη Σιουάν.
Για μια στιγμή, η Σέριαμ τακτοποίησε τη φορεσιά της, τραβώντας την απότομα κι αποφεύγοντας τη ματιά της Εγκουέν. Αναμφίβολα, προσπαθούσε πάλι να υπεκφύγει. Οι Τρεις Όρκοι, ωστόσο, την κρατούσαν παγιδευμένη. Της ήταν αδύνατον να πει ψέματα κι, ανεξάρτητα από το τι πίστευε όσον αφορά στην πραγματική θέση της Εγκουέν, το να ξεγλιστρήσει πίσω από την πλάτη της απείχε πολύ από το να αμφισβητήσει την εξουσία της κατάφατσα. Ακόμα κι η Ρομάντα τηρούσε τις απαραίτητες αβροφροσύνες, αν και με την ελάχιστη τυπικότητα πολλές φορές.
Ρουφώντας μια βαθιά ανάσα, η Σέριαμ σταύρωσε τα χέρια της πάνω στα γόνατά της και μίλησε ντόμπρα στην Εγκουέν. «Όταν μάθαμε πως το Κόκκινο Άτζα ήταν υπεύθυνο για την ανάδειξη του Λογκαίν ως κίβδηλου Αναγεννημένου Δράκοντα, καταλάβαμε πως κάτι έπρεπε να γίνει». Ο πληθυντικός που χρησιμοποιούσε αναφερόταν στη μικρή κλίκα από αδελφές που είχε συγκεντρώσει γύρω της. Η Καρλίνυα, η Μπεόνιν κι οι υπόλοιπες ασκούσαν αρκετή επιρροή, όπως κι οι περισσότερες Καθήμενες, και μάλιστα στην ίδια την Αίθουσα. «Η Ελάιντα απαιτεί από την κάθε αδελφή να επιστρέψει στον Πύργο, κι έτσι διαλέξαμε δέκα αδελφές που θα μπορούσαν να το κάνουν το συντομότερο. Θα πρέπει ήδη να είναι εκεί και να φροντίσουν με αθόρυβο τρόπο έτσι ώστε κάθε αδελφή να κατανοήσει την αλήθεια σχετικά με αυτό που έκαναν οι Κόκκινες με τον Λογκαίν. Ούτε καν...» Δίστασε προτού συνεχίσει, αλλά τελικά ολοκλήρωσε την πρότασή της. «Ούτε καν η Αίθουσα δεν γνωρίζει γι' αυτές».
Η Εγκουέν έκανε ένα βήμα πίσω, τρίβοντας τους κροτάφους της. Να φροντίσουν με αθόρυβο τρόπο. Με την ελπίδα ότι η Ελάιντα θα εκθρονιζόταν. Δεν ήταν κι άσχημο σχέδιο. Μπορεί και να δούλευε, έστω κι ύστερα από χρόνια. Από την άλλη, για τις πιο πολλές αδελφές ίσχυε πως όσο δεν έκαναν απολύτως τίποτα, τόσο το καλύτερο. Με τον καιρό, μπορεί και να έπειθαν τον κόσμο ότι ο Λευκός Πύργος δεν είχε διαλυθεί στην πραγματικότητα, κάτι που είχε συμβεί στο παρελθόν, αλλά το ήξεραν μόνο μια χούφτα άνθρωποι. Με τον καιρό, μπορεί να έβρισκαν τρόπο να διευθετήσουν τα πράγματα κατά το δοκούν. «Και για ποιο λόγο το κρατήσατε μυστικό από την Αίθουσα, Σέριαμ; Δεν μπορεί να νόμιζες πως κάποια από τις αδελφές θα πρόδιδε το σχέδιο σου στην Ελάιντα, έτσι δεν είναι;» Οι μισές αδελφές κοίταξαν λοξά τις άλλες μισές, εν μέρει από φόβο μήπως κι ήταν υποστηρίκτριες της Ελάιντα.