«Μητέρα, μια αδελφή που θεωρεί λάθος όσα κάνουμε δεν θα επιθυμούσε να εκλεγεί ως Καθήμενη. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα είχε απομακρυνθεί από καιρό». Η Σέριαμ δεν είχε ηρεμήσει, αλλά η φωνή της είχε αυτόν τον υπομονετικό, συμβουλευτικό τόνο που, όπως νόμιζε, είχε την καλύτερη επίδραση πάνω στην Εγκουέν. Συνήθως, έδειχνε μεγάλη επιδεξιότητα στο να αλλάζει θέμα. «Οι υποψίες αυτές είναι το χειρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε προς το παρόν. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει αλληλοεμπιστοσύνη. Αν μπορούσαμε να βρούμε πώς να...»
«Το Μαύρο Άτζα», τη διέκοψε πράα η Σιουάν. «Να κάτι που σου παγώνει το αίμα. Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά τι μπορεί να κάνει μια αδελφή που ανήκει στο Μαύρο Άτζα».
Η Σέριαμ έριξε ακόμα ένα σκληρό βλέμμα προς την κατεύθυνση της Σιουάν αλλά, μια στιγμή αργότερα, αισθάνθηκε αποδυναμωμένη, αν και, για να ακριβολογούμε, το ένα είδος έντασης αντικαταστάθηκε από ένα άλλο. Κοίταξε την Εγκουέν κι ένευσε απρόθυμα. Κρίνοντας από την ξινή έκφραση που είχε πάρει, ήταν έτοιμη να υπεκφύγει ξανά, και θα το έκανε, αν δεν ήταν προφανές πως η Εγκουέν δεν αστειευόταν αυτή τη φορά. Οι περισσότερες αδελφές στον καταυλισμό πίστευαν τώρα στο Μαύρο Άτζα, αλλά ύστερα από τρεις χιλιάδες χρόνια αμφισβήτησης της ύπαρξής του η πίστη αυτή ήταν κάπως ασταθής. Σχεδόν καμιά τους δεν θα άνοιγε το στόμα της να μιλήσει γι' αυτό το ζήτημα, άσχετα από το τι πρέσβευε.
«Το ερώτημα, Μητέρα», συνέχισε η Σιουάν, «είναι τι θα συμβεί όταν η Αίθουσα ανακαλύψει τι συμβαίνει». Έμοιαζε να σκέφτεται φωναχτά. «Δεν νομίζω πως μια Καθήμενη θα δεχτεί τη δικαιολογία ότι δεν της ανέφεραν τίποτα επειδή υπήρχε περίπτωση να είναι με το μέρος της Ελάιντα. Όσον αφορά δε στην πιθανότητα να ανήκει στο Μαύρο Άτζα... Ναι, έχω την εντύπωση πως θα αναστατωθούν αρκετά».
Η Σέριαμ χλώμιασε ελαφρά. Το περίεργο ήταν που δεν έγινε εντελώς ωχρή. Η λέξη «αναστάτωση» δεν αντικατόπτριζε ακριβώς αυτό που θα συνέβαινε. Το σίγουρο ήταν ότι η Σέριαμ θα είχε να αντιμετωπίσει κάτι πολύ πιο έντονο από μια απλή αναστάτωση.
Είχε έρθει η ώρα να εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημά της, αλλά η Εγκουέν παρενέβη με μια άλλη ερώτηση. Αν η Σέριαμ κι οι φίλες της είχαν στείλει -πώς να το πούμε; Όχι κατασκόπους αλλά κάτι σαν θηρευτές- στον Λευκό Πύργο, θα μπορούσαν να...;
Μια ξαφνική σουβλιά πόνου σε αυτό το σύμπλεγμα των αισθήσεων, στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, κόντεψε να διασκορπίσει τα πάντα. Αν είχε νιώσει το χτύπημα ευθέως, θα είχε παραλύσει, ενώ τώρα απλώς γούρλωσε τα μάτια της σοκαρισμένη. Ένας άντρας με την ικανότητα της διαβίβασης άγγιζε το περιδέραιο που ήταν περασμένο γύρω από το λαιμό της Μογκέντιεν. Επρόκειτο για έναν κρίκο που κανείς άντρας δεν μπορούσε να κατέχει. Πόνος και κάτι ανήκουστο ακόμα ξεπήδησαν από το μέρος της Μογκέντιεν. Ελπίδα. Κι έπειτα όλα χάθηκαν, η επίγνωση, τα συναισθήματα, όλα. Το περιδέραιο είχε χαθεί.
«Χρειάζομαι... λίγο καθαρό αέρα», κατάφερε να πει. Η Σέριαμ με τη Σιουάν έκαναν να σηκωθούν, αλλά τους έκανε νόημα να κάτσουν. «Προτιμώ να μείνω μόνη», τους είπε βιαστικά. «Σιουάν, βρες όλα όσα ξέρει η Σέριαμ σχετικά με τους θηρευτές. Μα το Φως, τις δέκα αδελφές εννοώ». Την κοίταξαν αμφότερες, αλλά, ας είναι καλά το Φως, καμιά τους δεν κίνησε να την ακολουθήσει καθώς αυτή τράβηξε απότομα το φανό από τη βάση του κι απομακρύνθηκε φουριόζα.
Δεν ήταν σωστό να δει ο κόσμος μια Άμερλιν να τρέχει, αλλά αυτό έκανε σχεδόν. Ανασηκώνοντας με το ελεύθερο χέρι της τη διχαλωτή φούστα όσο πιο ψηλά μπορούσε, άρχισε να τροχάζει. Ο ασυννέφιαστος ουρανός έκανε το σεληνόφως να φαίνεται λαμπρότερο, ενώ οι σκιές έπεφταν πάνω στις σκηνές και τις άμαξες, κάνοντάς τες να μοιάζουν διάστικτες. Οι πιο πολλοί στον καταυλισμό κοιμόντουσαν, αλλά χαμηλές φωτιές έκαιγαν εδώ κι εκεί. Μόνο μια χούφτα Πρόμαχοι και μερικοί υπηρέτες ήταν ξύπνιοι. Κάμποσα μάτια θα την έβλεπαν αν άρχιζε να τρέχει. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε ήταν να της προσφέρει κάποιος βοήθεια. Συνειδητοποίησε πως λαχάνιασε, αλλά ήταν από τον πανικό, όχι από την κούραση.
Φώτισε με το φανό τη μικροσκοπική σκηνή της «Μάριγκαν» και κοίταξε στο εσωτερικό. Ήταν άδεια. Οι κουβέρτες που σχημάτιζαν την παλέτα ήταν άνω κάτω, λες και κάποιος τις τράβηξε βιαστικά.
Κι αν βρισκόταν ακόμα εδώ; αναρωτήθηκε. Με το περιδέραιο βγαλμένο από πάνω της και, πιθανόν, κι αυτόν που την ελευθέρωσε; Οπισθοχώρησε αργά, ριγώντας. Η Μογκέντιεν είχε κάθε λόγο να την αντιπαθεί, και μάλιστα προσωπικά, κι η μοναδική αδελφή που είχε τη δυνατότητα να τα βγάλει πέρα μόνη της με μία Αποδιωγμένη, με την προϋπόθεση ότι διέθετε την ικανότητα της διαβίβασης, βρισκόταν στο Έμπου Νταρ. Η Μογκέντιεν θα μπορούσε να σκοτώσει την Εγκουέν χωρίς να το προσέξει κανείς. Ακόμα κι αν μια αδελφή διαισθανόταν την ικανότητα της διαβίβασης, δεν έτρεχε και τίποτα. Το χειρότερο ήταν να μην τη σκότωνε η Μογκέντιεν. Κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτε μέχρι που δεν θα τις έβρισκαν πουθενά.