Выбрать главу

«Μητέρα», είπε ταραγμένη η Τσέσα, πίσω της. «Δεν θα έπρεπε να είσαι έξω, στον νυχτερινό αέρα. Είναι κακός ο νυχτερινός αέρας. Αν ήθελες τη Μάριγκαν, θα μπορούσα να σου τη φέρω εγώ».

Η Εγκουέν αναπήδησε ξαφνιασμένη. Δεν είχε αντιληφθεί πως η Τσέσα την ακολουθούσε. Κοίταξε τον κόσμο που ήταν μαζεμένος στις κοντινότερες εστίες. Ο λόγος που ήταν μαζεμένοι έτσι, κοντά-κοντά, είχε να κάνει με τη συντροφικότητα κι όχι με το να νιώσουν επιπλέον ζεστασιά σε αυτή την ανόσια ζέστη. Απείχαν κάμποσο, αλλά όλο και κάποιος μπορεί να είχε προσέξει ποιος ήταν αυτός που κατευθύνθηκε στη σκηνή της «Μάριγκαν». Το σίγουρο ήταν πως δεν είχε και πολλούς επισκέπτες, και μάλιστα όχι άντρες. Ένας άντρας δεν θα περνούσε απαρατήρητος. «Πιστεύω πως το έσκασε, Τσέσα».

«Κακόβουλη γυναίκα!» αναφώνησε η Τσέσα. «Πάντα έλεγα πως είχε βρωμόστομα και κατεργάρικη ματιά. Ξεγλίστρησε σαν τον κλέφτη, μολονότι εσύ την περιμάζεψες. Αν δεν ήσουν εσύ, θα πέθαινε της πείνας, στην ερημιά. Ευγνωμοσύνη μηδέν!»

Ακολούθησε την Εγκουέν σε όλο το δρόμο μέχρι τη σκηνή που κοιμόταν η Εγκουέν, χωρίς να πάψει στιγμή να μουρμουρίζει για την κακία του κόσμου γενικά και για την αγνωμοσύνη της «Μάριγκαν» ειδικότερα, καθώς και για το πώς έπρεπε κανείς να χειρίζεται τέτοια θέματα. Απεραντολογούσε ανάμεσα στο κατά πόσον έπρεπε να χτυπηθούν αυτά τα φαινόμενα εν τη γενέση τους, παροτρύνοντας ταυτόχρονα την Εγκουέν να ελέγξει τα κοσμήματά της μήπως κι είχαν κάνει φτερά.

Η Εγκουέν ούτε που την άκουγε καλά-καλά. Το μυαλό της ήταν μύλος. Ήταν μάλλον απίθανο να επρόκειτο για τον Λογκαίν, ο οποίος δεν ήξερε τίποτα για τη Μογκέντιεν, πόσω μάλλον για να γυρίσει και να τη σώσει κιόλας. Βέβαια, υπήρχαν κι αυτοί οι άντρες που είχε μαζέψει ο Ραντ, αυτοί οι Άσα'μαν. Οι φήμες σε κάθε χωριό έβριθαν για την πιθανή σχέση των Άσα'μαν με τον Μαύρο Πύργο. Οι περισσότερες από τις αδελφές προσποιούνταν ότι δεν επηρεάζονταν από μερικές δεκάδες άντρες με τη δυνατότητα της διαβίβασης μαζεμένους σε ένα σημείο -αν κι οι πιο πολλές ιστορίες ήταν μάλλον παραφουσκωμένες, καθότι οι φήμες πάντα υπερβάλλουν- αλλά ένας ενδόμυχος τρόμος τύλιγε την Εγκουέν όποτε τους έφερνε στο μυαλό της. Ένας Άσα'μαν θα μπορούσε να... Μα, γιατί να το κάνει; Πώς θα μπορούσε να ξέρει κάτι περισσότερο από τον Λογκαίν;

Προσπαθούσε να αποφύγει το μοναδικό λογικό συμπέρασμα. Κάτι πολύ χειρότερο από τον Λογκαίν και τους Άσα'μαν είχε επιστρέψει. Κάποιος από τους Αποδιωγμένους είχε ελευθερώσει τη Μογκέντιεν. Ο Ράχβιν ήταν ήδη νεκρός από το χέρι του Ραντ, σύμφωνα με τη Νυνάβε τουλάχιστον. Ο Ραντ φαίνεται πως είχε σκοτώσει και τον Ισαμαήλ καθώς και τον Άγκινορ και τον Μπάλταμελ. Η Μουαραίν είχε σκοτώσει τον Μπε'λάλ, γεγονός που άφηνε υποψήφιους μονάχα τον Ασμόντιαν, τον Ντεμάντρεντ και τον Σαμαήλ μεταξύ των αντρών. Ο Σαμαήλ βρισκόταν στο Ίλιαν. Κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονταν οι υπόλοιποι ή κάποια από τις γυναίκες που είχαν επιζήσει. Η Μουαραίν είχε ξεκάνει και τη Λανφίαρ -ή μάλλον είχαν αλληλοεξοντωθεί- αλλά, απ' όσο ήταν γνωστό, οι υπόλοιπες γυναίκες εξακολουθούσαν να είναι ζωντανές. Άσε τις γυναίκες. Άντρας ήταν, αλλά ποιος; Από καιρό είχαν γίνει σχέδια για την περίπτωση που κάποιος Αποδιωγμένος χτυπούσε τον καταυλισμό. Από μόνη της, καμιά αδελφή δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με έναν Αποδιωγμένο, αλλά, αν σχημάτιζαν συνδέσμους, τα πράγματα άλλαζαν. Ο/η κάθε Αποδιωγμένος/η που θα τολμούσε να εισχωρήσει στον καταυλισμό τους θα βρισκόταν περικυκλωμένος/η από συνδέσμους. Και τότε όλοι θα αντιλαμβάνονταν ποιος ή ποια ήταν. Οι Αποδιωγμένοι δεν έδειχναν σημάδια θαλερότητας για κάποιο λόγο. Ίσως ήταν αποτέλεσμα της επαφής τους με τον Σκοτεινό. Αυτοί...

Αμφιταλαντεύτηκε. Έπρεπε να αρχίσει να σκέφτεται με ξεκάθαρο μυαλό.

«Τσέσα;»

«...μου φαίνεται πως πρέπει να σου τρίψω λιγάκι το κεφάλι για να φύγει ο πόνος... Μάλιστα, Μητέρα;»

«Βρες τη Σιουάν και τη Ληάνε και πες τους ότι τις θέλω. Να μη σε ακούσει κανείς όμως».

Με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο, η Τσέσα έκανε μια ελαφρά υπόκλιση και βγήκε τρεχάλα. Δεν απέφυγε να μάθει τις σκέψεις που τριβέλιζαν το μυαλό της Εγκουέν, ωστόσο είχαν πλάκα όλες αυτές οι σκευωρίες κι οι ίντριγκες. Βέβαια, μονάχα την επιφάνεια είχε αγγίξει, κι αυτή όχι πολύ. Η Εγκουέν δεν αμφέβαλλε για την αφοσίωσή της, αλλά η άποψη της Τσέσα για το τι ήταν συναρπαστικό θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει, αν μπορούσε να διανοηθεί τα βάθη των συλλογισμών της Εγκουέν.

Ανάβοντας τις λάμπες λαδιού, η Εγκουέν έσβησε το φανό και τον απίθωσε προσεκτικά σε μία γωνία. Μπορεί να ήταν απαραίτητο να σκεφτεί με ξεκάθαρο μυαλό, αλλά δεν έπαψε στιγμή να νιώθει πως σκουντουφλούσε στο σκοτάδι.