Выбрать главу

9

Ένα Ζεύγος Ασημόκαρφα

Η Εγκουέν ήταν καθισμένη στην καρέκλα της -μια από τις λίγες πραγματικές καρέκλες που υπήρχαν στον καταυλισμό, με ένα μικρό κι απέριττο σκάλισμα που θύμιζε αγροτική πολυθρόνα, απλόχωρη κι άνετη, τόσο ώστε αισθανόταν μια υποψία ενοχής που έπιανε πολύτιμο χώρο μέσα στην άμαξα. Καθόταν εκεί προσπαθώντας να ανασυντάξει τις σκέψεις της, όταν η Σιουάν παραμέρισε την υφασμάτινη είσοδο και μπήκε μέσα σκυφτή. Δεν έμοιαζε και πολύ χαρούμενη.

«Μα το Φως, για ποιο λόγο έφυγες τόσο βιαστικά;» Η φωνή της ταίριαζε με την έκφρασή της. Είχε τον τρόπο της να επιπλήττει, ακόμα κι αν το έκανε με τον ανάλογο σεβασμό. Ή σχεδόν. Τα γαλάζια της μάτια κινούνταν στο ίδιο μήκος κύματος και θύμιζαν σουβλιά μονταδόρου σελών. «Η Σέριαμ με έκανε πέρα λες κι ήμουν μύγα». Το απροσδόκητα ντελικάτο στόμα έκανε έναν ξινό μορφασμό. «Έφυγε λίγο ύστερα από σένα. Δεν κατάλαβες πως σου παραδόθηκε; Κι αυτή κι η Ανάγια κι η Μόρβριν κι όλες τους. Να είσαι σίγουρη πως όλη τη νύχτα θα την περάσουν μαζί, προσπαθώντας να μπαλώσουν την κατάσταση. Και θα τα καταφέρουν. Δεν ξέρω πώς, αλλά θα τα καταφέρουν».

Με το που ολοκλήρωσε σχεδόν την πρότασή της, μπήκε μέσα η Ληάνε. Μια ψηλή, λυγερόκορμη γυναίκα, με πρόσωπο χαλκόχρωμο και νεανικό όπως της Σιουάν, και μάλιστα για τον ίδιο λόγο. Η αλήθεια είναι πως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μητέρα της Εγκουέν. Έριξε μια ματιά στη Σιουάν και σήκωσε τα χέρια της ψηλά, όσο τουλάχιστον της επέτρεπε η πάνινη σκηνή. «Πολύ ανόητο ρίσκο αυτό, Μητέρα». Τα σκοτεινά της μάτια άλλαξαν από ονειροπόλα σε αστραφτερά, αλλά η φωνή της διατηρούσε μια άτονη χροιά, ακόμα κι όταν εκνευριζόταν. Παλαιότερα ήταν ζωηρότερη. «Αν δουν εμένα και τη Σιουάν μαζί...»

«Δεν δίνω δεκάρα ακόμα κι αν μάθει όλος ο καταυλισμός πως τα καβγαδάκια σας είναι απάτη», την έκοψε απότομα η Εγκουέν, υφαίνοντας έναν μικρό φραγμό ενάντια στο κρυφάκουσμα γύρω από τις τρεις τους. Θα μπορούσε να διαπεραστεί, αλλά απαιτούσε χρόνο, με την προϋπόθεση βέβαια πως θα ανιχνευόταν, πράγμα απίθανο από τη στιγμή που ήλεγχε την ύφανση και δεν άρχιζε να τη λύνει.

Νοιαζόταν, ωστόσο, κι ίσως δεν ήταν καλή κίνηση να τις καλέσει και τις δύο μαζί, αλλά η πρώτη σκέψη με κάποια ψήγματα λογικής που ξεπήδησε στο μυαλό της ήταν να αναζητήσει τις δύο αδελφές πάνω στις οποίες βασιζόταν περισσότερο. Προς το παρόν, κανείς στον καταυλισμό δεν υποπτευόταν τίποτα. Οι πάντες ήξεραν πως η πρώην Άμερλιν κι η πρώην Τηρήτρια απεχθάνονταν η μία την άλλη όσο σχεδόν η Σιουάν απεχθανόταν να διδάσκει τη διάδοχο της. Αν κάποια αδελφή ανακάλυπτε την αλήθεια, θα αναγκάζονταν να εξομολογούνται για πολύ καιρό, και δεν θα ήταν μια εύκολη εξομολόγηση - οι Άες Σεντάι εκτιμούσαν πολύ λιγότερο από τους υπόλοιπους ανθρώπους να τις εξαπατούν, ενώ οι βασιλιάδες έπρεπε να πληρώνουν γι' αυτό. Στο μεταξύ, όμως, η υποτιθέμενη εχθρότητα ανάμεσά τους επηρέαζε τις υπόλοιπες αδελφές, συμπεριλαμβανομένων και των Καθήμενων. Αν αυτές συμφωνούσαν σε κάτι, έτσι έπρεπε να είναι. Ένα ακόμα τυχαίο γεγονός σιγανέματος θα ήταν πολύ χρήσιμο, ειδικά αν κανείς δεν ήξερε τίποτα. Οι Τρεις Όρκοι δεν τις κρατούσαν δέσμιες πια. Μπορούσαν πλέον να ψεύδονται σαν έμποροι μαλλιού.

Ίντριγκες και απάτες παντού. Ο καταυλισμός έμοιαζε πια με δύσοσμο βάλτο, όπου παράξενα βλαστάρια ξεπηδούσαν αόρατα μέσα στην ομίχλη. Ίσως έτσι να γινόταν όπου υπήρχαν Άες Σεντάι. Έπειτα από τρεις χιλιάδες χρόνια σκευωριών, άσχετα πόσο αναγκαίες ήταν, δεν ήταν περίεργο που η δολοπλοκία είχε γίνει δεύτερη φύση για τις πιο πολλές αδελφές, και σύντομα και για τις υπόλοιπες. Το φοβερό, όμως, ήταν πως έπιανε τον εαυτό της να απολαμβάνει όλες αυτές τις ραδιουργίες. Όχι τόσο για τον απώτερο σκοπό τους, αλλά επειδή έμοιαζαν με ενδιαφέροντα αινίγματα, παρ’ όλο που δύσκολα βρισκόταν κάτι να της εξάψει το ενδιαφέρον. Αν αυτό φανέρωνε κάτι για τον εαυτό της, δεν ήθελε να το ξέρει. Σε τελική ανάλυση, ήταν κι αυτή μια Άες Σεντάι, άσχετα τι πίστευε ο καθένας, κι αυτό είχε τα καλά του και τα κακά του.

«Η Μογκέντιεν δραπέτευσε», συνέχισε χωρίς διακοπή. «Ένας άντρας της πήρε το α'ντάμ, ένας άντρας με τη δυνατότητα της διαβίβασης. Νομίζω πως ένας από αυτούς πήρε και το περιδέραιο, μια και δεν βρέθηκε στη σκηνή της. Ίσως υπάρχει κάποιος τρόπος να το εντοπίσουμε μέσω του βραχιολιού, αν και δεν έχω υπόψη μου κανέναν».

Αυτό τις αποτελείωσε. Τα γόνατα της Ληάνε λύγισαν κι η γυναίκα σωριάστηκε σαν άδειο σακί πάνω στο σκαμνί που χρησιμοποιούσε πού και πού η Τσέσα. Η Σιουάν κάθισε αργά στο ράντζο, με την πλάτη ίσια και τα χέρια ακίνητα πάνω στα γόνατά της. Κάπως αταίριαστα, η Εγκουέν παρατήρησε πως το φόρεμά της ήταν διακοσμημένο με μικροσκοπικά, γαλάζια άνθη με φόντο έναν πλατύ λαβύρινθο του Δακρύου. Το κέντημα βρισκόταν στο κάτω μέρος του φορέματος και σχημάτιζε μια κορδέλα που έκανε τα χωριστά μέρη της φούστας να φαίνονται σαν ένα όταν η κοπέλα ήταν ακίνητη. Άλλη μια κορδέλα καμπύλωνε ευπρεπώς κατά μήκος του μπούστου. Η φροντίδα για τα ρούχα της -η τάση, δηλαδή, να δείχνουν όμορφα εκτός από το να είναι άνετα — ήταν μικρή αλλαγή από μια άποψη -άλλωστε, ποτέ της δεν έφθανε στην υπερβολή- αλλά, κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σοβαρή, όπως το πρόσωπό της, κι εξίσου αινιγματική. Η Σιουάν δυσφορούσε με τις αλλαγές κι είχε αντισταθεί σε όλες σχεδόν εκτός από αυτήν.