Выбрать главу

Από την άλλη, η Ληάνε, σύμφωνα με τη μέθοδο των Άες Σεντάι, αγκάλιαζε κάθε είδους αλλαγή. Νεαρή γυναίκα ακόμα -η Εγκουέν είχε ακούσει μια αδελφή του Κίτρινου Άτζα να αναφωνεί παραξενεμένη πως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, και οι δυο τους ήταν σε ηλικία τεκνοποίησης- πιθανόν δεν θα γινόταν ποτέ Τηρήτρια και ποτέ της δεν θα μπορούσε να έχει άλλο πρόσωπο. Η ίδια η προσωποποίηση της πρακτικότητας και της αποτελεσματικότητας έγινε η εξιδανίκευση της οκνηρίας και της σαγήνης μιας Ντομανής γυναίκας. Ακόμα κι η στολή ιππασίας ήταν κομμένη ραμμένη στο στυλ της πατρίδας της, άσχετα αν το μετάξι, τόσο λεπτό που φάνταζε άυλο, μαζί με το ωχρό, πράσινο χρώμα δεν ήταν διόλου πρακτικά για ταξίδι σε σκονισμένους δρόμους. Όταν έμαθε πως με το σιγάνεμα παύουν να ισχύουν οι δεσμοί κι οι σχέσεις, η Ληάνε διάλεξε το Πράσινο Άτζα από την επιστροφή στο Γαλάζιο. Η αλλαγή από το ένα Άτζα σε άλλο δεν ήταν συνηθισμένη, αλλά ούτε κι η Θεραπεία έπειτα από το σιγάνεμα θεωρείτο κάτι σύνηθες. Η Σιουάν επέστρεψε στο Γαλάζιο, διαμαρτυρόμενη για τη βλακώδη ανάγκη να «εκλιπαρήσει και να ικετεύσει για αποδοχή», όπως διατυπωνόταν στην τυπική αυτή φράση.

«Ω, Φως μου!» κοντανάσανε η Ληάνε καθώς σωριαζόταν πάνω στο σκαμνί, χωρίς καμία χάρη. «Έπρεπε να την παραδώσουμε για δίκη από την πρώτη κιόλας μέρα. Τίποτα απ' όσα μάθαμε από αυτήν δεν αξίζει τον κόπο για να αφεθεί ελεύθερη και πάλι στον κόσμο. Τίποτα!» Τα λόγια της φανέρωναν το βαθμό του σοκ που είχε υποστεί, μια και, συνήθως, δεν περιττολογούσε με το να επαναλαμβάνει το προφανές. Ανεξαρτήτως συμπεριφοράς, το μυαλό της δεν είχε καταντήσει νωθρό. Μπορεί εξωτερικά οι Ντομανές να έμοιαζαν αποχαυνωμένες και σαγηνευτικές, αλλά ήταν τοις πάσι γνωστός ο κοφτερός τρόπος που λειτουργούσε το μυαλό τους.

«Κατάρα...! Έπρεπε να βάλουμε να τη φυλάνε», γρύλισε μέσα από τα δόντια της η Σιουάν.

Τα φρύδια της Εγκουέν ανασηκώθηκαν. Η Σιουάν έμοιαζε εξίσου ταραγμένη με τη Ληάνε. «Ποιος θα τη φύλαγε, Σιουάν; Η Φαολαίν; Η Τέοντριν; Αυτές ούτε που ξέρουν πως εσείς οι δύο ανήκετε στην ομάδα μου». Ομάδα; Πέντε γυναίκες. Άσε που η Φαολαίν με την Τέοντριν δεν ήταν και τίποτα ενθουσιώδεις υπέρμαχοι, ειδικά η πρώτη. Βέβαια, θα μπορούσε να βασιστεί κανείς στη Νυνάβε και στην Ηλαίην, όπως και στην Μπιργκίτε, άσχετα αν η τελευταία δεν ανήκε στις Άες Σεντάι, αλλά αυτές ήταν μακριά νυχτωμένες. Η μυστικότητα κι η κατεργαριά εξακολουθούσαν να είναι τα κυρίως όπλα της. Συν το γεγονός ότι κανείς δεν τα περίμενε εκ μέρους της. «Τι δικαιολογία θα έβρισκα για να εξηγήσω σε κάποιον γιατί υποτίθεται πως πρέπει να φρουρούν την υπηρέτριά μου; Αλλά κι έτσι ακόμα, πόσο αποτελεσματικό θα ήταν; Πρέπει να ήταν ένας από τους Αποδιωγμένους. Πιστεύετε πραγματικά πως η Φαολαίν με την Τέοντριν θα μπορούσαν από μόνες τους να τα βάλουν μαζί του; Δεν είμαι σίγουρη κατά πόσο θα μπορούσα ακόμα κι εγώ, έστω κι αν σχημάτιζα σύνδεσμο με τη Ρομάντα και τη Λελαίν». Ήταν οι αμέσως επόμενες δυνατότερες γυναίκες του καταυλισμού, εξίσου ισχυρές στη Δύναμη όσο ήταν κάποτε η Σιουάν.

Η Σιουάν κατσούφιασε εμφανώς και ρουθούνισε. Συχνά έλεγε πως, αν δεν μπορούσε πια να είναι μια Άμερλιν, ήταν διατεθειμένη να διδάξει την Εγκουέν για να γίνει η καλύτερη Άμερλιν που θα είχε υπάρξει ποτέ. Ωστόσο, η μετάβαση από λιοντάρι σε ποντίκι ήταν δύσκολη κι, εξαιτίας αυτού, η Εγκουέν της έδινε αρκετά περιθώρια δράσης.

«Θέλω οι δυο σας να κάνετε ερωτήσεις σε όσους βρίσκονταν κοντά στη σκηνή που κοιμόταν η Μογκέντιεν. Όλο και κάποιος θα πρόσεξε τον άντρα. Θα πρέπει να ήρθε με τα πόδια. Οποιοσδήποτε επιχειρήσει να ανοίξει μια πύλη στο εσωτερικό ενός τόσο μικρού χώρου θα ρίσκαρε να την κόψει στα δύο, όσο μικρή κι αν την ύφαινε».

Η Σιουάν ρουθούνισε ξανά, δυνατότερα από την πρώτη φορά. «Και γιατί να μπούμε στον κόπο;» γρύλισε. «Μήπως σκοπεύεις να την κυνηγήσουμε, όπως εκείνοι οι χαζοήρωες των αοιδών, για να τη φέρουμε πίσω, ξεπαστρεύοντας στο πέρασμά μας όλους τους Αποδιωγμένους και βγαίνοντας νικητές από την Τελευταία Μάχη; Ακόμα κι αν η περιγραφή είναι πλήρης, κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει έναν Αποδιωγμένο από έναν άλλον. Εδώ που είμαστε, τουλάχιστον. Είναι το πιο ανόητο κι ανώφελο πράγμα που...»