Η Ληάνε αναχώρησε κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση και σχολιάζοντας ξερά πως δεν λυπόταν καθόλου που, για μια φορά, κάποιος άλλος θα έχανε τον ύπνο του. Η Σιουάν περίμενε. Κανείς δεν επιτρεπόταν να τη δει να φεύγει μαζί με τη Ληάνε. Η Εγκουέν κοίταξε εξεταστικά για λίγο τη γυναίκα. Καμιά τους δεν μίλησε. Η Σιουάν έμοιαζε χαμένη στις σκέψεις της. Τελικά, ανακάθισε απότομα, σηκώθηκε όρθια κι έσιαξε το φόρεμά της, έτοιμη να φύγει προφανώς.
«Σιουάν», της είπε η Εγκουέν αργά. Δεν ήταν σίγουρη πώς να συνεχίσει.
Η Σιουάν μάλλον κατάλαβε. «Όχι μόνο είχες δίκιο, Μητέρα», είπε κοιτώντας την Εγκουέν κατάματα, «αλλά ήσουν κι επιεικής. Ιδιαίτερα επιεικής, τόσο που θα έλεγα πως δεν θα έπρεπε. Είσαι η Έδρα της Άμερλιν και κανείς δεν μπορεί να σου φερθεί με αυθάδεια κι αλαζονεία. Αν με έκανες να μετανιώσω με τρόπο που θα με λυπόταν ακόμα κι η Ρομάντα, τότε σημαίνει ότι δεν άξιζα τίποτα καλύτερο».
«Θα το θυμάμαι την επόμενη φορά», είπε η Εγκουέν κι η Σιουάν έσκυψε το κεφάλι της σαν να αποδεχόταν την παρατήρησή της. Κι ίσως έτσι να ήταν. Εκτός κι αν οι αλλαγές επάνω της ήταν βαθύτερες απ' όσο έμοιαζε πιθανό, ήταν σίγουρο πως θα υπήρχε κι επόμενη κι μεθεπόμενη φορά. «Αυτό, όμως, που ήθελα να ρωτήσω ήταν σχετικά με τον Άρχοντα Μπράυν». Η έκφραση χάθηκε από το πρόσωπο της Σιουάν. «Είσαι σίγουρη πως δεν θα επιθυμούσες να... παρέμβω;»
«Και για ποιο λόγο να επιθυμούσα κάτι τέτοιο, Μητέρα;» Η φωνή της Σιουάν ήταν πιο μελιστάλακτη κι από κρύα σούπα. «Τα μοναδικά μου καθήκοντα είναι να σε διδάσκω το πρωτόκολλο του αξιώματός σου και να παραδίδω στη Σέριαμ τις αναφορές που μου στέλνουν οι κατάσκοποι μου». Διατηρούσε ακόμα μέρος του παλαιότερου δικτύου της, αλλά ήταν αμφίβολο αν ήξερε κανείς πού πήγαιναν οι αναφορές τώρα πια. «Ο Γκάρεθ Μπράυν δεν απαιτεί πολύ από τον χρόνο μου για να επέμβει σε όλα αυτά». Σχεδόν πάντα αναφερόταν στο πρόσωπό του με αυτόν τον τρόπο και, ακόμα και στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούσε τον τίτλο του, τον προσφωνούσε μέσα από τα δόντια της.
«Ένας καμένος αχυρώνας και μερικά γελάδια δεν θα στοίχιζαν τόσο πολύ, Σιουάν». Τίποτα, συγκριτικά με τις πληρωμές και το φαγητό που χρειαζόταν για όλους αυτούς τους στρατιώτες. Ωστόσο, είχε προσφερθεί να το κάνει και στο παρελθόν, παίρνοντας και πάλι σαν απάντηση μια ψυχρή άρνηση.
«Σε ευχαριστώ, Μητέρα, αλλά όχι. Δεν θέλω να λέει ότι καταπάτησα την υπόσχεσή μου. Εξάλλου, ορκίστηκα να ξεπληρώσω αυτό το χρέος». Ξαφνικά, η δυσκαμψία της Σιουάν διαλύθηκε κι έγινε γέλιο, κάτι σπάνιο όταν αναφερόταν στον Άρχοντα Μπράυν. Η δυσαρέσκεια εκδηλωνόταν πολύ πιο συχνά. «Αν πρέπει σώνει και καλά να σκοτίζεσαι για κάποιον, κάνε το γι' αυτόν, όχι για μένα. Δεν χρειάζομαι βοήθεια για να χειριστώ τον Γκάρεθ Μπράυν».
Κι εδώ ήταν το περίεργο. Μπορεί να ήταν εξασθενημένη στη χρήση της Μίας Δύναμης, αλλά είχε ακόμα δυνάμεις να τον υπηρετεί, περνώντας ώρες ατελείωτες βυθισμένη μέχρι τα μπούνια στο ζεστό, σαπουνισμένο νερό, παρέα με τα πουκάμισα και τα κοντοπαντέλονά του. Ίσως να το έκανε για να έχει κάποιον του χεριού της, κάποιον στον οποίο θα μπορούσε να ξεσπάσει την ενέργειά της, η οποία αλλιώς θα έμενε αναγκαστικά καταπιεσμένη. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, σήκωνε πολύ κουβέντα και, στα μάτια μερικών, επιβεβαίωνε την παραξενιά της. Σε τελική ανάλυση, ήταν όντως μια Άες Σεντάι, αν και χαμηλότερης ιεραρχίας. Η μέθοδος του για να τα βγάζει πέρα με το ταμπεραμέντο της -από τη στιγμή τουλάχιστον που άρχιζε να πετάει πιάτα και παπούτσια- την έκανε έξαλλη και τον απειλούσε με φρικτές συνέπειες. Μολονότι είχε την ικανότητα να τον δέσει φιόγκο, η Σιουάν δεν τον άγγιξε ποτέ με το σαϊντάρ και δεν τον άφηνε ποτέ να κάνει μικροδουλειές κι αγγαρείες. Είχε κρατήσει κρυφό το γεγονός αυτό από τους περισσότερους μέχρι τώρα, αλλά όλο και κάτι της ξέφευγε όταν θύμωνε ή όταν η Ληάνε είχε τα κέφια της. Φαίνεται πως δεν υπήρχε καμία εξήγηση. Η Σιουάν δεν ήταν ούτε άτολμη ούτε χαζή, ούτε μειλίχια ούτε φοβισμένη...
«Είσαι ελεύθερη να φύγεις, Σιουάν». Ήταν φανερό πως κάποια μυστικά δεν θα αποκαλύπτονταν απόψε. «Είναι αργά και ξέρω πόσο λαχταράς το κρεβάτι σου».
«Μάλιστα, Μητέρα. Σε ευχαριστώ», πρόσθεσε, αν κι η Εγκουέν δεν κατάλαβε το λόγο που την ευχαριστούσε.
Μόλις έφυγε η Σιουάν, η Εγκουέν έτριψε τους κροτάφους της ακόμα μια φορά. Ήθελε να περπατήσει, αλλά ο χώρος της σκηνής δεν προσφερόταν για κάτι τέτοιο. Μπορεί να ήταν η μεγαλύτερη σκηνή του καταυλισμού, κατειλημμένη μάλιστα από ένα άτομο μονάχα, αλλά η επιφάνειά της δεν ήταν πάνω από δύο επί δύο πιθαμές κι επιπλέον το εσωτερικό της ήταν γεμάτο με ράντζα, καρέκλες, σκαμνιά, νιπτήρες, καθρέφτες κι, ούτε λίγο ούτε πολύ, τρία κασόνια γεμάτα ρούχα. Για αυτά τα τελευταία, είχε φροντίσει η Τσέσα, αλλά κι η Σέριαμ επίσης, όπως κι η Ρομάντα με τη Λελαίν και κάμποσες άλλες ακόμα Καθήμενες. Είχαν αναλάβει την τακτοποίησή τους. Λίγα ακόμα δώρα από μεταξένια υφάσματα, ακόμα ένα φόρεμα που θα άρμοζε περισσότερο σε βασιλιά, κι η ανάγκη για ένα τέταρτο κασόνι θα γινόταν επιτακτική. Ίσως η Σέριαμ με τις Καθήμενες ήλπιζαν πως όλα αυτά τα ωραία φορέματα θα την τύφλωναν και θα την έκαναν να μην ασχολείται με τίποτα άλλο, αλλά η Τσέσα απλώς πίστευε πως η Έδρα της Άμερλιν έπρεπε να είναι ντυμένη ανάλογα με τη θέση της. Φαίνεται πως οι υπηρέτες πίστευαν όσο κι η Αίθουσα στη σωστή εφαρμογή του τελετουργικού. Σύντομα, η Σέλαμι θα ήταν εκεί. Ήταν η σειρά της να ετοιμάσει την Εγκουέν για το κρεβάτι, άλλη μία ακόμα ιεροτελεστία. Μόνο που, από την κορυφή μέχρι τα νύχια, η Εγκουέν δεν ήταν έτοιμη ακόμα.