Αφήνοντας τις λάμπες να καίνε, βγήκε βιαστικά έξω πριν καταφθάσει η Σέλαμι. Το περπάτημα θα βοηθούσε να καθαρίσει το μυαλό της, ίσως και να την κούραζε αρκετά για να έχει έναν καλό ύπνο. Δεν είχε πρόβλημα να κοιμίσει η ίδια τον εαυτό της -οι Σοφές Ονειροβάτισσες της είχαν διδάξει ήδη αυτή την ικανότητα- αλλά ήταν αμφίβολο κατά πόσον θα κατάφερνε να ηρεμήσει, ειδικά από τη στιγμή που στο μυαλό της κλωθογύριζε μια ολόκληρη λίστα από σκοτούρες οι οποίες άρχιζαν με τη Ρομάντα, τη Λελαίν και τη Σέριαμ, προχωρούσαν στον Ραντ, στην Ελάιντα και στη Μογκέντιεν, στον καιρό και σε διάφορα άλλα θέματα.
Απόφυγε την περιοχή κοντά στη σκηνή της Μογκέντιεν. Αν ρωτούσε η ίδια κάποια πράγματα, όλων η προσοχή θα στρεφόταν σε μια υπηρέτρια που το έσκασε. Η διακριτικότητα είχε γίνει δεύτερη φύση της. Το παιχνίδι που έπαιζε δεν επέτρεπε πολλές στραβοτιμονιές κι η απροσεξία σε θέματα μικρής σημασίας θα οδηγούσε σύντομα σε γενικότερη απροσεξία που θα ήταν ολέθρια. Κι ακόμα χειρότερα, μπορεί να ανακάλυπτες πως όλα όσα θεωρούσες μείζονος σημασίας ήταν λάθος. Ο αδύναμος πρέπει να ξεθαρρεύει με επιφύλαξη. Νάτη πάλι η Σιουάν. Σίγουρα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να τη διδάξει, το δε συγκεκριμένο παιχνίδι το γνώριζε στην εντέλεια.
Στον φεγγαροσκιασμένο καταυλισμό, λίγοι ήταν στο πόδι συγκριτικά με πριν. Σέρνονταν κουρασμένα γύρω από τις χαμηλές εστίες φωτιάς, εξαντλημένοι από τις δουλειές του απογεύματος έπειτα από ένα δύσκολο ταξίδι μιας ολόκληρης μέρας. Όσοι την πρόσεξαν ανασηκώθηκαν κουρασμένα για να υποκλιθούν καθώς τους προσπερνούσε, μουρμουρίζοντας «Το Φως να λάμπει επάνω σου, Μητέρα», ή κάτι παρόμοιο. Περιστασιακά, της ζητούσαν να τους ευλογήσει, πράγμα που έκανε με ένα απλό «Το Φως να σε ευλογεί, παιδί μου». Άντρες και γυναίκες, αρκετά ηλικιωμένοι για να είναι παππούδες και γιαγιάδες της, αποσύρονταν λάμποντας ολόκληροι με τα λόγια της, κάνοντάς τη να αναρωτηθεί τι ακριβώς πίστευαν σχετικά με το άτομό της, τι ακριβώς ήξεραν. Όλες οι Άες Σεντάι παρουσίαζαν ένα αδιάσπαστο προσωπείο απέναντι στον εξωτερικό κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και των υπηρετριών τους. Ωστόσο, η Σιουάν ισχυριζόταν πως, αν πίστευες πως μια υπηρέτρια γνώριζε περισσότερα απ' όσα έπρεπε, ήξερες μονάχα τη μισή αλήθεια. Πάντως, όπου και να πήγαινε, οι υποκλίσεις την ακολουθούσαν από κοντά, παρηγορώντας τη με την πιθανότητα να υπάρχουν μερικοί τουλάχιστον που δεν την έβλεπαν σαν ένα παιδάκι που η Αίθουσα είχε διώξει κλωτσηδόν.
Καθώς περνούσε από μια ανοικτή περιοχή κυκλωμένη από σχοινιά δεμένα σε πασσάλους μπηγμένους στο έδαφος, η φωτεινή ασημένια εντομή μιας πύλης άστραψε έντονα στο σκοτάδι καθώς περιστρεφόταν κι άνοιγε. Εντούτοις, δεν επρόκειτο για πραγματικό φως, μια και δεν έριχνε καθόλου σκιά. Η Εγκουέν πήγε σε έναν γωνιακό πάσσαλο και σταμάτησε για να παρακολουθήσει. Κανείς από τις κοντινές εστίες δεν κοίταξε ψηλά. Φαίνεται πως ήταν συνηθισμένοι πια. Πάνω από μια ντουζίνα αδελφές, διπλάσιοι υπηρέτες και κάμποσοι Πρόμαχοι ξεχύθηκαν έξω, επιστρέφοντας με μηνύματα και ψάθινα κλουβιά με περιστέρια από τους περιστερώνες του Σαλιντάρ, πεντακόσια γεμάτα μίλια δυτικά και νότια όπως πετάει η χήνα.
Άρχισαν να διασκορπίζονται πριν ακόμα κλείσει η πύλη, κουβαλώντας την πραμάτεια τους στις Καθήμενες, στα διάφορα Άτζα αλλά και στις προσωπικές τους σκηνές. Τις πιο πολλές νύχτες η Σιουάν τις περνούσε μαζί τους. Σπάνια εμπιστευόταν κάποιον άλλον για την παράδοση των προσωπικών της μηνυμάτων, άσχετα αν τα περισσότερα ήταν κωδικοποιημένα και κρυπτογραφημένα. Μερικές φορές, ο κόσμος έμοιαζε να έχει περισσότερα δίκτυα από κατασκόπους παρά Άες Σεντάι, αν και τα πιο πολλά ήταν ακρωτηριασμένα από τις συγκυρίες. Η πλειοψηφία των πρακτόρων των διαφόρων Άτζα τηρούσε χαμηλό προφίλ μέχρι να εξομαλυνθούν οι «δυσκολίες» του Λευκού Πύργου, ενώ αρκετοί από τους κατασκόπους που ήταν στην υπηρεσία κάποιας αδελφής δεν είχαν ιδέα πού ακριβώς βρισκόταν προς το παρόν η γυναίκα που υπηρετούσαν.