«Ωραία, ωραία», είπε η Εγκουέν αφηρημένη. «Η Μεράνα στραβοπάτησε σε κάποιο σημείο, Ληάνε, αλλιώς ο Ραντ δεν θα παρέμενε στην Καιρχίν κι αυτή δεν θα τηρούσε σιγή ιχθύος». Κάπου μακριά, ένα σκυλί γαύγισε προς τη μεριά της σελήνης, και ακολούθησαν κι άλλα, μέχρι που τα γαυγίσματά τους κόπηκαν απότομα από κραυγές που -ευτυχώς- η Εγκουέν δεν κατάλαβε τι ήταν. Κάποιοι στρατιώτες είχαν όντως αμολημένα σκυλιά, αλλά στο στρατόπεδο των Άες Σεντάι δεν υπήρχε ούτε ένα. Γάτες ναι, αλλά όχι σκυλιά.
«Η Μεράνα ξέρει καλά τι κάνει, Μητέρα». Ο ήχος της φωνής της έμοιαζε με αναστεναγμό. Η Ληάνε με τη Σιουάν συμφωνούσαν με τη Σέριαμ. Όλοι συμφωνούσαν μαζί της, εκτός από εκείνη. «Όταν αναθέτεις ένα έργο σε κάποιον, πρέπει να τον εμπιστεύεσαι κιόλας».
Η Εγκουέν ρουθούνισε και σταύρωσε τα χέρια της. «Ληάνε, ο άνθρωπος αυτός είναι ικανός να βάλει φωτιά σε νοτισμένο ρούχο από τη στιγμή που θα έχει στην κατοχή του το επιτραχήλιο. Δεν ξέρω καλά τη Μεράνα, αλλά ποτέ μου δεν είδα μια Άες Σεντάι με νοτισμένα ρούχα».
«Εγώ έχω συναντήσει μια δυο τέτοιες», χαχάνισε η Ληάνε. Αυτή τη φορά, ο στεναγμός της ήταν εμφανής. «Όχι όμως τη Μεράνα, για να πω την αλήθεια. Πιστεύει όντως ο Ραντ ότι έχει φιλίες στον Λευκό Πύργο; Ποια, την Αλβιάριν; Αυτό υποθέτω πως θα δυσκόλευε τα πράγματα για τη Μεράνα, αλλά δεν νομίζω πως η Αλβιάριν θα έκανε οτιδήποτε που θα έβαζε σε κίνδυνο τη θέση της. Ανέκαθεν ήταν αρκετά φιλόδοξη για τρεις».
«Λέει πως έχει ένα γράμμα από εκείνη». Φανταζόταν τον Ραντ να καμαρώνει που λάμβανε γράμματα τόσο από την Ελάιντα όσο και από την Αλβιάριν, τότε που δεν είχε φύγει ακόμα η ίδια από την Καιρχίν. «Ίσως οι φιλοδοξίες της είναι τέτοιες που να νομίζει πως μπορεί να αντικαταστήσει την Ελάιντα με αυτόν στο πλευρό της. Όλα αυτά με την προϋπόθεση πως αυτό το γράμμα υπάρχει και το έγραψε η ίδια. Ο Ραντ πιστεύει πως είναι έξυπνος, Ληάνε -κι ίσως να είναι- αλλά έχει την εντύπωση πως δεν χρειάζεται κανέναν στο πλευρό του». Ο Ραντ θα συνέχιζε να πιστεύει πως μπορούσε να χειριστεί τα πράγματα μόνος του, μέχρι που κάτι θα συνέβαινε και θα τον τσάκιζε. «Τον ξέρω σαν ανοικτό βιβλίο, Ληάνε. Η παρέα με τις Σοφές φαίνεται πως τον μίανε, ίσως πάλι να τις μίανε αυτός. Ό,τι κι αν πιστεύουν οι Καθήμενες, ό,τι κι αν πιστεύει όλος ο κόσμος, το επώμιο μιας Άες Σεντάι δεν τον εντυπωσιάζει περισσότερο απ' όσο εντυπωσιάζει τις Σοφές. Αργά ή γρήγορα, θα εξοργίσει κάποια από τις αδελφές κι αυτή θα αντιδράσει και θα τον στρέψει προς τη λάθος κατεύθυνση, μη συνειδητοποιώντας πόσο δυνατός είναι και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Από κει και πέρα, δεν θα υπάρξει επιστροφή. Είμαι η μόνη που μπορώ να τον χειριστώ με ασφάλεια. Η μόνη».
«Δεν μπορεί να είναι τόσο... εκνευριστικός... όσο εκείνες οι Αελίτισσες», μουρμούρισε ξινισμένα η Ληάνε. Ακόμα κι η ίδια, δύσκολα θεωρούσε διασκεδαστικές τις εμπειρίες της με τις Σοφές. «Ωστόσο, δεν έχει πολύ σημασία. Η Έδρα της Άμερλιν έχει την ίδια αξία με τον Λευκό Πύργο...»
Ένα ζευγάρι γυναίκες εμφανίστηκαν ανάμεσα στις σκηνές, μπροστά τους, περπατώντας αργά και συζητώντας. Η απόσταση κι οι σκιές δεν άφηναν να φανούν τα πρόσωπά τους, αλλά από τον τρόπο που βημάτιζαν ήταν φανερό πως επρόκειτο για Άες Σεντάι. Υπήρχε επάνω τους η αυτοπεποίθηση πως ό,τι κι αν ήταν κρυμμένο στο σκοτάδι δεν μπορούσε να τους κάνει κακό. Καμιά Αποδεχθείσα που έχει φθάσει ένα βήμα πριν από το επώμιο δεν είχε τόση αίσθηση αυτοπεποίθησης. Ούτε καν μια βασίλισσα με έναν ολόκληρο στρατό πίσω της δεν θα μπορούσε να νιώθει έτσι. Έρχονταν προς το μέρος τους. Η Ληάνε κατευθύνθηκε προς τη δυσδιάκριτη θολούρα ενός σημείου ανάμεσα σε δύο άμαξες.
Η Εγκουέν, συνοφρυωμένη, την τράβηξε έξω κάπως θυμωμένα και βάδισαν προς τις γυναίκες. Ό,τι ήταν να γίνει ας γινόταν στα φανερά. Ήταν ικανή να σταθεί μπροστά στην Αίθουσα και να τους πει πως είχε έρθει η ώρα να αντιληφθούν πως το επιτραχήλιο μιας Άμερλιν ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια χαριτωμένη εσάρπα. Ήταν έτοιμη να... Έκανε νεύμα στην άλλη γυναίκα να συνεχίσει να περπατάει και την ακολούθησε. Κάτι που δεν έπρεπε με τίποτα να κάνει ήταν να τα πετάξει όλα στα σκουπίδια σε έναν παροξυσμό κακίας και φούριας.
Μονάχα ένας ειδικός νόμος του Πύργου έβαζε όρια στη δύναμη μιας Έδρας της Άμερλιν. Ούτε τα εκνευριστικά έθιμα ούτε ένα σωρό άβολες καταστάσεις μπορούσαν να της κάνουν τίποτα, μονάχα αυτός ο νόμος, αν και δεν αποτελούσε ό,τι χειρότερο για τους σκοπούς της. «Η Έδρα της Άμερλιν έχει την ίδια αξία με τον Λευκό Πύργο κι, όπως κι η ίδια η καρδιά του Λευκού Πύργου, δεν μπορεί να εκτεθεί σε κίνδυνο παρά μονάχα σε επείγουσα ανάγκη, οπότε, εκτός κι αν ο Λευκός Πύργος συμμετάσχει σε πόλεμο που κηρύχθηκε από την Αίθουσα του Πύργου, η Έδρα της Άμερλιν πρέπει να αναζητήσει την ελάσσονα ομοφωνία απέναντι στην Αίθουσα του Πύργου πριν εκτεθεί εσκεμμένα σε κίνδυνο και να τηρήσει την ισχύουσα παραδοχή». Τι είδους αιφνίδιο περιστατικό εκ μέρους κάποιας Άμερλιν είχε λειτουργήσει σαν έναυσμα γι' αυτό, η Εγκουέν δεν είχε ιδέα. Ωστόσο, ο νόμος ήταν σε ισχύ για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια. Για τις περισσότερες Άες Σεντάι ένας τόσο παλιός νόμος απέπνεε μια αύρα ιεροσύνης κι ούτε που διανοούνταν να τον αλλάξουν.