Выбрать главу

Η γυναίκα έκανε μια κίνηση σαν να ήθελε να φύγει βιαστικά, αλλά τελικά ίσιωσε την κορμοστασιά της. Ιδρώτας γυάλιζε στα μάγουλά της. Τη νύχτα επικρατούσε περισσότερη δροσιά απ' όσο τη μέρα, αλλά και πάλι δύσκολα θα αποκαλούσες το αποψινό βράδυ δροσερό. Το απλό κόλπο για να αγνοείς τη ζέστη ή το κρύο είχε να κάνει με το επώμιο. «Ξέρω πως, κανονικά, θα έπρεπε να απευθυνθώ στην Τιάνα Σεντάι και να της ζητήσω να σε δω, Μητέρα, αλλά αυτή ποτέ δεν θα άφηνε μια μαθητευόμενη να πλησιάσει την Έδρα της Άμερλιν».

«Για τι πράγμα θέλεις να μου μιλήσεις, παιδί μου;» ρώτησε η Εγκουέν. Η γυναίκα ήταν μεγαλύτερή της κατά έξι ή εφτά χρόνια τουλάχιστον, αλλά αυτός ήταν ο σωστός τρόπος να απευθύνεσαι σε μια μαθητευόμενη.

Πασπατεύοντας τη φούστα της η Νίκολα πλησίασε κι άλλο. Μεγάλα μάτια συνάντησαν το βλέμμα της Εγκουέν, με περισσότερο ίσως θράσος απ' όσο της επιτρεπόταν. «Μητέρα, επιθυμώ να προχωρήσω όσο μπορώ». Τα χέρια της πασπάτευαν αμήχανα τη φορεσιά της, αλλά η φωνή είχε μια ψυχρή χροιά αυτοκυριαρχίας που άρμοζε σε μια Άες Σεντάι. «Δεν λέω πως με εμποδίζουν, αλλά είμαι σίγουρη πως μπορώ να γίνω δυνατότερη απ' όσο λένε. Το ξέρω ότι μπορώ. Εσένα ποτέ δεν σε εμπόδισαν, Μητέρα. Καμιά δεν έγινε ισχυρή όσο εσύ σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Το μόνο που ζητάω είναι μια παρόμοια ευκαιρία».

Κάτι κινήθηκε μέσα στις σκιές, πίσω από τη Νίκολα, και φάνηκε άλλη μια γυναίκα με ιδρωμένο πρόσωπο. Φορούσε κοντή φορεσιά και πλατιά παντελόνια και κουβαλούσε ένα τόξο. Τα μαλλιά της έπεφταν μέχρι τη μέση της, σχηματίζοντας μια πλεξούδα δεμένη με έξι κορδέλες, και φορούσε χαμηλές μπότες με ανασηκωμένα τακούνια.

Η Νίκολα Τρίχιλ κι η Αράινα Νέρμασιφ ήταν παράξενο ζευγάρι για να είναι φίλες. Όπως κι αρκετές από τις παλαιότερες μαθητευόμενες -γυναίκες με διαφορά ηλικίας σχεδόν δέκα χρόνια περνούσαν τώρα τη δοκιμασία, αν και πολλές αδελφές γκρίνιαζαν ότι ήταν κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερες για να αποδεχτούν την πειθαρχία μιας μαθητευόμενης- κι αρκετές από τις παλαιότερες γυναίκες επίσης, η Νίκολα είχε αναμφίβολα μια αδάμαστη θέληση για μάθηση κι ένα εξαιρετικό δυναμικό, καλύτερο του οποίου ήταν μόνο αυτό της Νυνάβε, της Ηλαίην και της Εγκουέν, ανάμεσα στις ζώσες Άες Σεντάι τουλάχιστον. Η αλήθεια ήταν πως η Νίκολα όντως έκανε μεγάλες προόδους, τόσο μεγάλες που μερικές φορές οι εκπαιδεύτριές της αναγκάζονταν να της κόψουν τη φόρα. Κάποιες ισχυρίζονταν πως είχε ήδη αρχίσει να υφαίνει, σαν να ήξερε την τέχνη από παλιά. Κι όχι μονάχα αυτό, αλλά είχε ήδη δώσει δείγματα δύο Ταλέντων, αν κι η ικανότητα να βλέπει τα'βίρεν ήταν το μικρότερο ταλέντο ενώ το μεγαλύτερο, η Πρόβλεψη, ήταν τόσο έντονο που κανείς δεν καταλάβαινε τι ακριβώς προέλεγε. Η ίδια δεν θυμόταν λέξη. Εν κατακλείδι, η Νίκολα είχε χαρακτηριστεί από τις αδελφές σαν κάποια που αξίζει παρακολούθησης, παρά το ότι ξεκίνησε αργά. Πιθανότατα, θα είχε λόγο στη φθονερή συμφωνία να περνάνε από δοκιμή γυναίκες μεγαλύτερες των δεκαεφτά ή δεκαοκτώ.

Η Αράινα, από την άλλη μεριά, ήταν μια Κυνηγός του Κέρατος, η οποία κομπορρημονούσε όσο κι ένας άντρας κι, όποτε δεν εξασκείτο με το τόξο της, διηγείτο περιπετειώδεις ιστορίες, τόσο αληθινές όσο και φανταστικές. Το πιθανότερο ήταν πως είχε πάρει αυτό το όπλο από την Μπιργκίτε, αντιγράφοντας επίσης και τις συνήθειες ντυσίματος της. Φαινόταν να μην έχει ενδιαφέρον για τίποτα εκτός από το τόξο της κι από το περιστασιακό φλερτάρισμα, με τρόπο μάλλον άμεσο, κάτι όμως που δεν έμοιαζε να εξασκεί τελευταία. Ίσως οι κουραστικές πεζοπορίες της είχαν πάρει την ενέργεια ακόμα και για την τοξοβολία. Για ποιο λόγο εξακολουθούσε να ταξιδεύει μαζί τους, η Εγκουέν αδυνατούσε να καταλάβει. Ήταν μάλλον απίθανο να πιστεύει πως στην πορεία θα συναντούσαν το Κέρας του Βαλίρ και μάλλον αδύνατον να υποπτεύεται πως ήταν κρυμμένο στο εσωτερικό του Λευκού Πύργου. Ελάχιστοι το γνώριζαν αυτό. Η Εγκουέν δεν ήταν σίγουρη αν το ήξερε καν η Ελάιντα.