Η Αράινα έμοιαζε με στυλιζαρισμένο βλάκα, αλλά η Εγκουέν ένιωθε συμπάθεια για τη Νίκολα. Κατανοούσε τη δυσαρέσκεια της γυναίκας, καταλάβαινε για ποιο λόγο ήθελε να τα μάθει όλα. Είχε περάσει κι η ίδια από αυτό το στάδιο, ίσως και να το βίωνε ακόμα. «Νίκολα», της είπε ευγενικά, «όλοι έχουμε τα όριά μας. Για παράδειγμα, δεν θα μπορέσω ποτέ να γίνω εφάμιλλη της Νυνάβε Σεντάι, ό,τι κι αν κάνω».
«Μακάρι όμως να μου παρουσιαζόταν μια ευκαιρία, Μητέρα». Η Νίκολα έσμιξε τα χέρια της σαν να την παρακαλούσε, ακόμα κι η χροιά στη φωνή της κάτι τέτοιο έδειχνε, κι ωστόσο εξακολουθούσε να κοιτάει την Εγκουέν κατάματα. «Μακάρι να είχα την ευκαιρία που είχες κι εσύ».
«Αυτό που έκανα, Νίκολα -επειδή δεν είχα άλλη επιλογή κι επειδή δεν ήξερα τι άλλο να κάνω- λέγεται παραβίαση κι είναι πολύ επικίνδυνο». Δεν είχε ακούσει τον ορισμό αυτό μέχρι που η Σιουάν της ζήτησε συγγνώμη που το είχε εφαρμόσει επάνω της. Ήταν η μοναδική φορά που η Σιουάν έμοιαζε όντως μετανιωμένη. «Ξέρεις πως, αν προσπαθήσεις να διαβιβάσεις περισσότερο σαϊντάρ απ' όσο μπορείς να χαλιναγωγήσεις, κινδυνεύεις να καείς πριν ακόμα αποκτήσεις πλήρη δύναμη. Καλύτερα να μάθεις να είσαι υπομονετική. Έτσι κι αλλιώς, οι αδελφές δεν θα σε αφήσουν να κάνεις τίποτα πριν κρίνουν ότι είσαι έτοιμη».
«Ήρθαμε στο Σαλιντάρ με την ίδια ποταμόβαρκα που έφερε τη Νυνάβε και την Ηλαίην», είπε η Αράινα ξαφνικά. Το βλέμμα της ήταν κάτι περισσότερο από ευθύ. Ήταν προκλητικό. «Και την Μπιργκίτε». Πρόφερε το όνομα με μια δόση πίκρας για κάποιο λόγο.
Η Νίκολα έκανε κάποιες κινήσεις σαν να ήθελε να την κάνει να σωπάσει. «Δεν είναι ανάγκη να ανακινήσουμε αυτό το ζήτημα». Παραδόξως, έμοιαζε να μην το εννοεί.
Ελπίζοντας πως το πρόσωπό της εξακολουθούσε να φαίνεται μισοήπιο όπως της Νίκολα, η Εγκουέν προσπάθησε να καταπνίξει μια ξαφνική ανησυχία. Κι η «Μάριγκαν» είχε φθάσει με την ίδια βάρκα στο Σαλιντάρ. Μια κουκουβάγια έσκουξε κι η Εγκουέν αναρρίγησε. Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν πως, όταν ακούς μια κουκουβάγια να σκούζει στο φεγγαρόφως, σε περιμένουν άσχημα νέα. Δεν ήταν προληπτική, αλλά... «Δεν είναι ανάγκη να ανακινήσετε ποιο ζήτημα;»
Οι δύο γυναίκες αντάλλαξαν βλέμματα κι η Αράινα ένευσε.
«Ήταν στο δρόμο από το ποτάμι προς το χωριό». Παρά την υποτιθέμενη απροθυμία της, η Νίκολα κοιτούσε την Εγκουέν κατάματα. «Η Αράινα κι εγώ ακούσαμε τον Θομ Μέριλιν και τον Τζούιλιν Σάνταρ να μιλάνε. Ο βάρδος κι ο κλεφτοκυνηγός δεν είναι; Ο Τζούιλιν έλεγε πως, αν υπάρχουν Άες Σεντάι στο χωριό -δεν ήμασταν σίγουροι ακόμα- και μάθαιναν πως η Νυνάβε κι η Ηλαίην προσποιούνταν πως είναι Άες Σεντάι, τότε όλοι μας θα κάναμε βουτιά στα ασημόκαρφα, πράγμα που μαντεύω πως δεν είναι κι ό,τι καλύτερο».
«Ο βάρδος μάς πρόσεξε και του έκανε νόημα να σωπάσει», παρενέβη η Αράινα, χαϊδεύοντας τη φαρέτρα στη μέση της, «αλλά εμείς τους ακούσαμε». Η φωνή της ήταν εξίσου σκληρή με τη ματιά της.
«Τώρα ξέρω πως κι οι δύο είναι Άες Σεντάι, Μητέρα, αλλά δεν θα έβρισκαν μπελά αν το ανακάλυπτε κανείς; Εννοώ κυρίως τις αδελφές. Όποια ισχυρίζεται πως είναι αδελφή, βρίσκει τον μπελά της ακόμα κι αν περάσουν χρόνια». Τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο της Νίκολα δεν άλλαξαν, αλλά η ματιά της φάνηκε να προσπαθεί να κλειδώσει στο πρόσωπο της Εγκουέν. Έγειρε κάπως μπροστά, προσηλωμένη. «Για όλες ισχύει αυτό, έτσι δεν είναι;»
Ενθαρρυμένη από τη σιωπή εκ μέρους της Εγκουέν, η Αράινα χαμογέλασε, ένα μάλλον δυσάρεστο χαμόγελο μέσα στη νυχτιά. «Έμαθα πως η Νυνάβε κι η Ηλαίην στάλθηκαν από τον Πύργο για να επιτελέσουν κάποιο έργο για λογαριασμό αυτής της γυναίκας Σάνσε, όταν ήταν Άμερλιν. Άκουσα πως, ταυτόχρονα, έστειλε κι εσένα. Θα βρεις πολλούς μπελάδες μόλις πας πίσω». Ύπουλοι υπαινιγμοί διακρίνονταν να ρέουν στη φωνή της. «Τις θυμάσαι που έπαιζαν με τις Άες Σεντάι;»
Κάθονταν ακίνητες, κοιτώντας την, η Αράινα γέρνοντας αυθάδικα πάνω στο τόξο της κι η Νίκολα αποπνέοντας μια ατμόσφαιρα προσμονής που θα έλεγες πως ο αέρας θα ράγιζε.
«Η Σιουάν Σάντσε είναι μια Άες Σεντάι», είπε η Εγκουέν ψυχρά, «όπως κι η Νυνάβε αλ'Μεάρα κι η Ηλαίην Τράκαντ. Θα πρέπει να τους δείξετε τον ανάλογο σεβασμό. Για σας είναι η Σιουάν Σεντάι, η Νυνάβε Σεντάι κι η Ηλαίην Σεντάι». Οι δύο γυναίκες βλεφάρισαν έκπληκτες, ενώ η Εγκουέν αισθάνθηκε το στομάχι της να ανακατεύεται από την οργή. Δεν έφταναν όσα είχε περάσει απόψε, είχε κι αυτές εδώ να την εκβιάζουν...! Δεν της ερχόταν στο νου κάποια πραγματικά άσχημη κουβέντα. Η Ηλαίην δεν θα είχε πρόβλημα γιατί άκουγε πώς μιλούσαν οι σταβλάρχες, οι οδηγοί αμαξών και κάθε καρυδιάς καρύδι και θυμόταν διάφορες λέξεις που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, δεν θα ήθελε να ακούσει. Η Εγκουέν ξετύλιξε το ριγωτό επιτραχήλιο και την άπλωσε προσεκτικά στους ώμους της.