«Δεν νομίζω πως καταλαβαίνεις τι συμβαίνει, Μητέρα», είπε η Νίκολα με βιάση, χωρίς να δείχνει να φοβάται ιδιαίτερα. Απλώς επιχειρούσε να επιβάλει τη γνώμη της. «Ο λόγος που ανησύχησα είναι ότι, αν κάποιος ανακαλύψει πως εσύ...» Η Εγκουέν δεν την έδωσε την ευκαιρία να ολοκληρώσει.
«Εντάξει, κατάλαβα παιδί μου». Αυτή η χαζογυναίκα ήταν πράγματι παιδί, ασχέτως της ηλικίας της. Κάμποσες από τις παλαιότερες μαθητευόμενες δημιουργούσαν προβλήματα, συνήθως με τη μορφή αναιδούς συμπεριφοράς απέναντι στις Αποδεχθείσες που είχαν αναλάβει να τις διδάξουν, αλλά κι η πιο σαχλή διατηρούσε κάποια ίχνη λογικής για να αποφύγει την απρέπεια απέναντι στις αδελφές. Ο θυμός της αναζωπυρώθηκε με τη σκέψη πως η γυναίκα αυτή είχε τα θράσος να τα βάλει μαζί της. Κι οι δυο τους ήταν ψηλότερες από την ίδια, αν κι ελάχιστα, αλλά η Εγκουέν έβαλε τα χέρια στους γοφούς και τσιτώθηκε. Οι άλλες υποχώρησαν, λες κι ήταν έτοιμη να τους χιμήξει. «Έχετε καθόλου ιδέα πόσο σοβαρό είναι να κατηγορείτε μια αδελφή, ειδικά όταν είστε μθητευόμενες; Και μάλιστα, όταν οι κατηγορίες αυτές βασίζονται σε μια συζήτηση που ισχυρίζεστε ότι ακούσατε μεταξύ δύο αντρών που βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακριά. Η Τιάνα θα σας έγδερνε ζωντανές και θα σας έβαζε να κάνετε φασίνα για το υπόλοιπο της ζωής σας». Η Νίκολα συνέχιζε την προσπάθεια να μιλήσει -έμοιαζε μάλλον να θέλει να απολογηθεί, αν κι εξακολουθούσε να διαμαρτύρεται πως η Εγκουέν δεν καταλάβαινε τίποτα, σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να αλλάξει την κατάσταση- αλλά η Εγκουέν την αγνόησε και στράφηκε προς την Αράινα. Η Κυνηγός οπισθοχώρησε άλλο ένα βήμα. Έβρεξε τα χείλη της, ενώ μια έκφραση αβεβαιότητας διαγράφηκε στο πρόσωπό της. «Δεν νομίζω να πιστεύεις πως θα τη βγάλεις κι εσύ καθαρή. Ακόμα και μια Κυνηγός πρέπει να λογοδοτήσει στην Τιάνα για κάτι τέτοιο. Αν σταθείς τυχερή, δεν θα σε μαστιγώσουν δεμένη στο γλωσσίδι μιας άμαξας, όπως κάνουν στους στρατιώτες που τους πιάνουν στα πράσα να κλέβουν. Όπως και να έχει, θα σε παρατήσουν κάπου, κι η μόνη παρέα που θα έχεις θα είναι τα σημάδια από τις βουρδουλιές».
Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, η Εγκουέν σταύρωσε τα χέρια στη μέση της. Κατ' αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να τα κάνει να μην τρέμουν. Χωρίς να είναι ιδιαίτερα ζαρωμένες, οι δυο γυναίκες έμοιαζαν επαρκώς φρονηματισμένες. Ήλπιζε πως τα χαμηλωμένα βλέμματα, οι κυρτοί ώμοι κι οι αμήχανες κινήσεις των ποδιών τους δεν ήταν προσποιητά. Είχε κάθε δικαίωμα να τις στείλει σούμπιτες και τις δύο στην Τιάνα. Δεν είχε ιδέα ποια μπορεί να ήταν η τιμωρία για προσπάθεια εκβιασμού της Έδρας της Άμερλιν, αλλά το λιγότερο θα ήταν να τις διώξουν από τον καταυλισμό. Στην περίπτωση της Νίκολα, η τιμωρία θα έπρεπε να περιμένει μέχρι που οι εκπαιδεύτριές της να σιγουρευτούν ότι γνώριζε αρκετά από τη διαβίβαση έτσι που να μην κάνει κατά λάθος κακό στον εαυτό της ή σε άλλους. Βέβαια, από τη στιγμή που η συγκεκριμένη κατηγορία θα έπεφτε στους ώμους της, η Νίκολα Τρίχιλ δεν θα γινόταν ποτέ μια Άες Σεντάι κι όλο αυτό το δυναμικό θα πήγαινε στο βρόντο.
Εκτός κι αν... Κάθε γυναίκα που προσποιείτο πως είναι μια Άες Σεντάι ταπεινωνόταν τόσο σκληρά ώστε η εμπειρία έμενε χαραγμένη στη μνήμη της επί πολλά χρόνια, αν δε έπιαναν μια Αποδεχθείσα, τότε η προηγούμενη γυναίκα θεωρείτο απλώς τυχερή, ωστόσο η Νυνάβε με την Ηλαίην δεν χρειαζόταν να ανησυχούν τώρα που ήταν πράγματι αδελφές. Ούτε κι η ίδια χρειαζόταν να ανησυχεί. Μόνο που ένα ψίθυρος ήταν αρκετός για να εξαλείψει κάθε πιθανότητα να την αναγνωρίσει η Αίθουσα ως αληθινή Έδρα της Άμερλιν. Θα μπορούσε να πάει με το μέρος του Ραντ και να γράψει στα παλιά της τα παπούτσια την Αίθουσα. Δεν τολμούσε να αφήσει αυτές τις δύο να αντιληφθούν τους ενδοιασμούς της, ούτε καν να τους υποπτευθούν.
«Προτίθεμαι να ξεχάσω το περιστατικό», είπε κοφτά, «αλλά, αν ξανακούσω έστω κι έναν ψίθυρο από σας...» Πήρε μια βαθιά, τραχιά ανάσα -το σίγουρο ήταν πως, αν άκουγε κάτι πολύ παραπάνω από απλό ψίθυρο, δεν θα μπορούσε να κάνει το παραμικρό- κι από τον τρόπο που οι δυο τους αναπήδησαν κατάλαβε πως η απειλή της εντυπώθηκε βαθιά μέσα τους. «Πηγαίνετε στα κρεβάτια σας προτού αλλάξω γνώμη».
Την επόμενη στιγμή κιόλας ακολούθησε ένας κυκεώνας υποκλίσεων και φράσεων όπως «Μάλιστα, Μητέρα», «Ποτέ, Μητέρα», «Όπως προστάζεις, Μητέρα». Έφυγαν βιαστικά, κοιτώντας πάνω από τους ώμους τους, προς το μέρος της, με το κάθε τους βήμα γρηγορότερο από το προηγούμενο, μέχρι που άρχισαν να τρέχουν. Το βήμα της έπρεπε να είναι νηφάλιο, αν και πολύ θα ήθελε κι αυτή να τρέξει.
10
Αθέατα Μάτια
Μόλις η Εγκουέν γύρισε πίσω, στη σκηνή της, την περίμενε η Σέλαμι, μια γυναίκα λεπτή σαν κάγκελο με μαυριδερή χροιά, στο χρώμα των Δακρυνών, και μια σχεδόν αδιατάρακτη αυτοπεποίθηση. Η Τσέσα είχε δίκιο. Ήταν όντως ψηλομύτα, λες κι αποτραβιόταν από μια πολύ άσχημη μυρωδιά. Όσο ξιπασμένοι, όμως, κι αν ήταν οι τρόποι της με τις άλλες υπηρέτριες, απέναντι στην προστάτιδά της φερόταν εντελώς διαφορετικά. Καθώς η Εγκουέν έμπαινε από την είσοδο, η Σέλαμι έκανε μια υπόκλιση τόσο βαθιά που το κεφάλι της ακούμπησε σχεδόν στο χαλί κι ο ποδόγυρος απλώθηκε όσο πιο πολύ γινόταν στον στενό χώρο. Προτού ακόμα η Εγκουέν κάνει το δεύτερο βήμα, η γυναίκα ορθώθηκε κι άρχισε να κουμπώνεται άτσαλα. Η Σέλαμι είχε ελάχιστη επίγνωση των καταστάσεων.