«Ω, Μητέρα, βγήκες έξω χωρίς να καλύψεις πάλι το κεφάλι σου». Λες και φορούσε ποτέ αυτούς τους σκούφους με τις χάντρες που τόσο πολύ άρεσαν στη γυναίκα ή αυτά τα κεντητά βελούδα που τόσο δημοφιλή ήταν στη Μέρι, ή τα πλουμιστά καπέλα της Τσέσα. «Μα, εσύ έχεις ρίγη. Δεν πρέπει ποτέ να βγαίνεις έξω χωρίς ένα σάλι ή ένα παρασόλι, Μητέρα». Το παρασόλι, δηλαδή, με ποιον τρόπο θα σταματούσε τα ρίγη; Ο ιδρώτας έτρεχε στα μάγουλά της, άσχετα πόσο γρήγορα τον σκούπιζε με το μαντίλι. Η Σέλαμι δεν σκέφτηκε να ρωτήσει για ποιο λόγο είχε ρίγη, αν και θα έπρεπε. «Και, μάλιστα, βγήκες μόνη σου μέσα στη νύχτα. Καθόλου σωστό, Μητέρα, με όλους αυτούς τους αγροίκους στρατιώτες τριγύρω που δεν δείχνουν τον παραμικρό σεβασμό σε μια γυναίκα, ακόμα κι αν είναι Άες Σεντάι. Μητέρα, δεν πρέπει να...»
Η Εγκουέν, αφηρημένη καθώς ήταν, δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια της και την παρακολουθούσε αδιάφορη να την ξεντύνει. Αν τη διέταζε να μη μιλάει, το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν μερικά ακόμα πληγωμένα βλέμματα και προσβλητικοί αναστεναγμοί, κι έτσι δεν είχε και πολλή σημασία. Με εξαίρεση την άμυαλη φλυαρία, η Σέλαμι ανταποκρινόταν επιμελώς στα καθήκοντά της, αν και τόσο πομπωδώς ώστε οι κινήσεις της δεν διέφεραν από χορό χειρονομιών και δουλοπρεπών υποκλίσεων. Φάνταζε απίθανο να βρισκόταν άνθρωπος εξίσου σαχλός με τη Σέλαμι, οι μόνες σκοτούρες της οποίας ήταν η εξωτερική εμφάνιση και το τι θα σκεφτόταν ο κόσμος. Για τα δεδομένα της, ο κόσμος μοιραζόταν στις Άες Σεντάι, στους ευγενείς και στους ανώτερους υπηρέτες τους. Σύμφωνα με τους κανόνες της, κανείς άλλος δεν μέτραγε. Μάλλον ήταν απίθανο. Η Εγκουέν δεν θα ξεχνούσε ποτέ ποιος είχε ανακαλύψει αρχικά τη Σέλαμι, όπως δεν θα ξεχνούσε και ποιος είχε βρει τη Μέρι. Ναι, η αλήθεια ήταν πως η Τσέσα ήταν δώρο από τη Σέριαμ, αλλά η Τσέσα είχε δείξει πάνω από μια φορά την αφοσίωσή της στην Εγκουέν.
Η Εγκουέν ήθελε να πιστεύει πως η τρεμούλα που ένιωθε, και που η Σέλαμι εξέλαβε ως ρίγη, δεν ήταν παρά τρέμουλο οργής, αλλά ήξερε πως το σκουλήκι του φόβου σφάδαζε στην κοιλιά της. Το είχε παρατραβήξει κι είχε πολλά να κάνει ακόμα για να αφήσει τη Νίκολα και την Αράινα να λειτουργήσουν σαν τροχοπέδη.
Καθώς το κεφάλι της ξεπρόβαλλε από την κορυφή μιας καθαρής καμιζόλας, το αυτί της πήρε κάποια από τα φληναφήματα της λεπτοκαμωμένης γυναίκας και την κοίταξε. «Γάλα προβατίνας, είπες;»
«Μάλιστα, Μητέρα. Η επιδερμίδα σου είναι τόσο απαλή και το μόνο που μπορεί να τη διατηρήσει έτσι είναι ένα μπάνιο σε γάλα προβατίνας».
Ίσως όντως να ήταν ηλίθια. Την έδιωξε βιαστικά εν μέσω διαμαρτυριών, χτένισε τα μαλλιά της, έστρωσε το κρεβάτι της, τοποθέτησε το, άχρηστο πια, βραχιόλι α'ντάμ στο μικρό, φιλντισένιο κουτί με τα σκαλίσματα, όπου έκρυβε και μερικά ακόμα κοσμήματα, κι έσβησε τους φανούς. Όλα μόνη μου, σκέφτηκε στο σκοτάδι. Η Σέλαμι με τη Μέρι θα ήταν μάλλον συνεννοημένες.
Προτού όμως αποσυρθεί, πήγε στις μύτες μέχρι την είσοδο κι κοίταξε από ένα μικρό άνοιγμα στην υφασμάτινη πόρτα. Έξω, επικρατούσε ακινησία και σιγαλιά, ενώ το σεληνόφως έλουζε τον τόπο. Ξαφνικά, η σιωπή διαταράχτηκε από το κρώξιμο ενός νυχτερινού ερωδιού που γύρισε απότομα σε στριγκλιά. Κυνηγοί ενέδρευαν στο σκοτάδι. Μια στιγμή αργότερα κάτι κινήθηκε στις σκιές, δίπλα από μια σκηνή. Έμοιαζε με γυναίκα.
Η ηλιθιότητα μπορεί να μην έδινε το ακαταλόγιστο στη Σέλαμι περισσότερο απ' όσο η κατήφεια κι η μελαγχολία απέκλειαν το γεγονός να ήταν η Μέρι. Θα μπορούσε να ήταν μία από αυτές, ή οποιαδήποτε άλλη. Ακόμα κι η Νίκολα ή η Αράινα, όσο απίθανο κι αν φάνταζε κάτι τέτοιο. Χαμογελώντας, έκλεισε την υφασμάτινη είσοδο. Όποιος κι αν ήταν ο παρατηρητής, σίγουρα δεν είδε πού πήγε απόψε.
Ο τρόπος που οι σοφές την είχαν διδάξει για να κοιμίζει τον εαυτό της ήταν απλός. Έκλεινε τα μάτια κι αισθανόταν το κάθε τμήμα του κορμιού της με τη σειρά να χαλαρώνει. Συγχρόνιζε την αναπνοή της με τους χτύπους της καρδιάς της κι άφηνε το νου της ανεπηρέαστο κι απερίσπαστο, εκτός από μια μικρή γωνίτσα του, να περιπλανιέται. Ο ύπνος ερχόταν μέσα σε λίγα λεπτά, αλλά ήταν ο ύπνος μιας ονειροβάτισσας.