Выбрать главу

Ασχημάτιστη, έπλεε στα βάθη ενός ωκεανού από αστέρια, άπειρα σημαδάκια φωτός που λαμπύριζαν σε μια απέραντη θάλασσα σκοταδιού, αμέτρητες πυγολαμπίδες που τρεμόφεγγαν στην ατελείωτη νύχτα. Αυτά ήταν τα όνειρα κάποιου κοιμισμένου, οπουδήποτε στον κόσμο, οπουδήποτε σε όλους τους πιθανούς κόσμους ίσως, κι αυτό ήταν το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον Τελ'αράν'ριοντ, το διάστημα που χωρίζει τον κόσμο της πραγματικότητας από τον Κόσμο των Ονείρων. Όπου και να κοίταζε, δέκα χιλιάδες πυγολαμπίδες χάνονταν καθώς οι άνθρωποι ξυπνούσαν και δέκα χιλιάδες καινούργιες γεννιούνταν να τις αντικαταστήσουν. Μια απέραντη, εναλλασσόμενη ποικιλία απαστράπτουσας ομορφιάς.

Ωστόσο, δεν έχασε το χρόνο της με το να θαυμάζει τριγύρω. Το μέρος αυτό έκρυβε κινδύνους, μερικοί εκ των οποίων ήταν θανατεροί. Ήταν σίγουρη πως ήξερε τον τρόπο να τους αποφύγει, αλλά αν χρονοτριβούσε κι απειλούνταν από κάτι, τα πράγματα —αν μη τι άλλο— θα δυσκόλευαν. Κοιτώντας επιφυλακτικά τριγύρω -δηλαδή, θα κοιτούσε αν είχε μάτια σε αυτή την κατάσταση- κινήθηκε διστακτικά, αν και δεν είχε την παραμικρή αίσθηση κίνησης. Φαινόταν να στέκεται ακίνητη κι αυτός ο λαμπερός ωκεανός να στριφογυρίζει γύρω της, μέχρι που ένα μοναδικό φως στάθηκε μπροστά της. Το κάθε άστρο που σπίθιζε ήταν απαράλλαχτο με τα υπόλοιπα, όμως ήξερε πως αυτό εδώ ήταν το όνειρο της Νυνάβε. Το πως το ήξερε ήταν άλλο θέμα. Ούτε καν οι Σοφές δεν καταλάβαιναν τον συγκεκριμένο τρόπο αναγνώρισης.

Σκέφτηκε να προσπαθήσει να βρει τα όνειρα της Νίκολα και της Αράινα. Από τη στιγμή που θα τα ξετρύπωνε, γνώριζε επακριβώς τον τρόπο να εμφυσήσει το φόβο του Φωτός μέχρι τα κόκαλά τους, και διόλου δεν νοιαζόταν αν κάτι τέτοιο θεωρείτο παράνομο. Η πρακτικότητα την έφερε μέχρις εδώ, όχι ο φόβος του απαγορευμένου. Έκανε κάτι πρωτόγνωρο κι ήταν σίγουρη πως θα το έκανε ξανά αν παρίστατο ανάγκη. Κάνε αυτό που πρέπει με το ανάλογο τίμημα, έτσι την είχαν διδάξει οι ίδιες γυναίκες που σημάδεψαν αυτές τις απαγορευμένες περιοχές. Ήταν η άρνηση να παραδεχτεί το χρέος της, η άρνηση να πληρώσει το τίμημα, που συχνά μεταμόρφωνε την αναγκαιότητα σε κακία. Ακόμα όμως κι αν οι δυο τους κοιμόντουσαν, η διαδικασία εντόπισης για πρώτη φορά ενός ονείρου ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, επίπονη και δεν εγγυόταν κανένα αποτέλεσμα. Μπορεί να πάσχιζες μέρες ολόκληρες -νύχτες, μάλλον — και να κατέληγες στο απόλυτο τίποτα. Αν μη τι άλλο, αυτό ήταν σίγουρο.

Κινήθηκε μέσα στο παντοτινό σκοτάδι, παρ' όλο που είχε ξανά την εντύπωση πως αυτή έμενε ακίνητη και το σημαδάκι του φωτός μεγάλωνε, μέχρι που έγινε ένα λαμπερό μαργαριτάρι, ένα απαστράπτων μήλο, μια γιομάτη σελήνη, γεμίζοντας ολόκληρο το πεδίο ορατότητάς της, ολόκληρο τον κόσμο, με την ακτινοβολία του. Ωστόσο, δεν το άγγιξε, όχι ακόμα. Ένας ασήμαντος χώρος, μικρότερος από το πλάτος μιας τρίχας, παρέμεινε ανάμεσά τους. Απαλά, άπλωσε το χέρι της προς αυτό το άνοιγμα. Περίεργο συναίσθημα, δεδομένου ότι στερείτο σώματος, εξίσου μυστήριο με το πώς μπορούσε να ξεχωρίσει το ένα όνειρο από το άλλο. Όλα ήταν θέμα θέλησης, έτσι της είχαν πει οι Σοφές, αλλά εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει. Το άγγιγμά της ήταν ντελικάτο, λες κι ακουμπούσε με το δάχτυλό της μια σαπουνόφουσκα. Ο λαμπερός τοίχος τρεμόπαιξε σαν περιδινούμενο γυαλί, έπαλλε σαν καρδιά, λεπτεπίλεπτη και ζωντανή. Ένα ακόμα απαλό άγγιγμα και θα είχε τη δυνατότητα να «δει» στο εσωτερικό, να «δει» τι ονειρευόταν η Νυνάβε. Αν δε επέμενε κι άλλο, θα έμπαινε μέσα στο όνειρό της και θα αποτελούσε μέρος του, πράγμα που έκρυβε κινδύνους, ειδικά όταν το συγκεκριμένο άτομο διέθετε ισχυρό μυαλό αλλά, είτε απλώς κοιτούσε είτε εισέδυε, θα μπορούσε να αποδειχτεί ταπεινωτικό. Αν, για παράδειγμα, το όνειρο αφορούσε κάποιον άντρα για τον οποίον ενδιαφερόταν η Νυνάβε. Οι συγγνώμες θα κρατούσαν τη μισή νύχτα από τη στιγμή που θα έκανε κάτι τέτοιο. Η άλλη περίπτωση θα ήταν να κάνει ένα είδος αγκιστροειδούς κίνησης, σαν να κυλάει μια εύθραυστη χάντρα πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια, και να αρπάξει τη Νυνάβε από το όνειρό της τοποθετώντας τη σε ένα άλλο, δική της κατασκευής, μέρος του Τελ'αράν'ριοντ, όπου θα είχε τον πλήρη έλεγχο. Ήταν σίγουρη πως θα λειτουργούσε κάτι τέτοιο. Βέβαια, η διαδικασία αυτή ανήκε στις απαγορευμένες κι η Νυνάβε μάλλον δεν θα το εκτιμούσε ιδιαίτερα.

ΝΥΝΑΒΕ, ΕΙΜΑΙ Η ΕΓΚΟΥΕΝ. ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΥΠΑ ΚΙ ΕΓΩ ΝΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΩ ΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗ ΝΙΚΟΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΙΝΑ. ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΠΩΣ ΠΡΟΣΠΟΙΕΙΣΑΙ. ΘΑ ΣΟΥ ΤΑ ΕΞΗΓΗΣΩ ΜΟΛΙΣ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΠΥΡΓΟ. ΠΡΟΣΕΧΕ. Η ΜΟΓΚΕΝΤΙΕΝ ΤΟ ΕΣΚΑΣΕ.